Ψάχνοντας για λεωφορεία και ελεγκτές

Οδοιπορικό στους μποτιλιαρισμένους δρόμους της πόλης μ’ ένα εισιτήριο στο χέρι…

       Της Μαριλης Μαργωμενου απο ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ


Ισχύει για τρία τέταρτα ακόμα!», λέει συνωμοτικά η κυρία στη στάση της Κλαυθμώνος σαν να μου άνοιξε μόλις την πόρτα στην επανάσταση. Μ’ ένα εισιτήριο από δεύτερο χέρι στην τσέπη, παίρνω θέση στη στάση. Αλλά το λεωφορείο αργεί.

Ο γέρος παραδίπλα αποκοιμιέται και το κεφάλι του πέφτει στην καθιστή γριά. Εκείνη δεν κουνιέται πόντο. Φως φανάρι: την έχει ζήσει πολλές φορές αυτή τη σκηνή. «Δεν έχει μετρό σήμερα, κορίτσι μου…», απαντά μοιρολατρικά όταν απευθύνομαι στην εμπειρία της για να μάθω πόση ώρα θα περιμένουμε. «Είχε και πορεία νωρίτερα, οπότε δεν έχει και λεωφορεία…», προσθέτει σαν να απαγγέλλει το «δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό…».

Κάτω απ’ τον ήλιο

Τρίτη μεσημέρι, στην πλατεία Κλαυθμώνος. Ξεκινώντας το ρεπορτάζ, υποψιαζόμουν ότι μάλλον θα δυσκολευτώ να βρω τους ελεγκτές που σήμερα, δεύτερη μέρα, βγαίνουν στους δρόμους της Αθήνας. Αλλά ποιος να το έλεγε πως θα δυσκολευτώ να βρω ακόμα και τα λεωφορεία; Μια κάθιδρη κυρία με πουά φόρεμα περνάει καλπάζοντας πάνω στα τακούνια της και… «μας άφησαν κάτω απ’ την Ομόνοια τα λεωφορεία», φωνάζει στους υποψήφιους επιβάτες. «Σας το λέω να μην περιμένετε τζάμπα!», κάνει, και πριν προλάβουμε να ρωτήσουμε οτιδήποτε άλλο έχει ήδη φτάσει στον Κάουφμαν. 

Πέντε λεπτά μετά, μόλις εμφανίζεται ολόφωτο απ’ το βάθος το «155 – Ομόνοια Ελληνικό», οι γέροι της στάσης σηκώνονται και τρέχουν σαν τον βιβλικό Λάζαρο. Μετά μία ώρα αναμονής κάτω απ’ τον ήλιο, όποιος βλέπει το λεωφορείο του να έρχεται κάνει τόση χαρά, όση η Σταχτοπούτα μπρος στην άμαξα από κολοκύθα.

Αλλο αν η χαρά εξανεμίζεται στο πρώτο χιλιόμετρο της διαδρομής. Ενα τέταρτο μετά, στην Αμαλίας, μια γιαγιά έχει κουρνιάσει στον ώμο μου και η πλάτη ένας γέρου έχει μαγκώσει το χέρι μου στο διαχωριστικό. Εχω συμπληρώσει ήδη δέκα λεπτά που βλέπω απ’ το παράθυρο το «Ιστορικό Υφαντουργείο ΣΕΝ». 

Το λεωφορείο έχει φρακάρει στην κίνηση, ακριβώς όπως εμείς έχουμε φρακάρει στο εσωτερικό του. «Αν μπει ελεγκτής τώρα πώς θα περάσει;», λέω στη γιαγιά δίπλα μου (και λίγο πάνω μου)». Δεν υπάρχει ελεγκτής!», απαντά εκείνη αυστηρά. «Είναι αστικός μύθος οι ελεγκτές!», ακούω μια φωνή πιο πίσω, και με κόπο γυρίζω για να δω πως ανήκει σε μια κοπέλα περί τα είκοσι πέντε. «Εγώ είδα έναν ελεγκτή το 2007!», κάνει ο γέρος μπροστά μου και χαχανίζει μαζί με τη γριά.

Προσπαθώ να τους εξηγήσω ότι σήμερα είναι η δεύτερη μέρα που βγαίνουν οι ελεγκτές στους δρόμους. «Φοράνε μπλε στολή κι έχουν κομπιούτερ μαζί τους», λέω σοβαρά. «Εχουν και μπλε μπέρτα;», ακούω το κορίτσι πίσω μου να κοροϊδεύει. Η επισήμανση πως τους ελεγκτές τους ακολουθούν και αστυνομικοί με περιπολικά για να συλλαμβάνουν τους παραβάτες δίνει λαβή για να με περιγελάσουν ανελέητα το επόμενο τέταρτο. Σχεδόν στενοχωριούνται όταν κατεβαίνω στο Κολυμβητήριο. «Πρόσεξε μη σε πιάσει κανένας ελεγκτής!», μου φωνάζει το κορίτσι περιπαικτικά.

Ωρες στον δρόμο

Θεωρώ πως υπερβάλλουν – κι όμως: στις επόμενες ώρες θα ανέβω σε ένα ακόμη λεωφορείο μέχρι την Κηφισιά, θα διασχίσω όλη τη γραμμή του ΗΣΑΠ ώς την Αττική, κι από εκεί θα πάρω το μετρό για να γυρίσω στην Κλαυθμώνος. Τέσσερις ώρες στον δρόμο, άπειροι επιβάτες να πηγαινοέρχονται, αλλά ελεγκτής πουθενά. Κι ίσως γι’ αυτό το «κλικ!» του ακυρωτικού μηχανήματος θα το ακούσω συνολικά λιγότερες από είκοσι φορές στο λεωφορείο.

Μπορεί βέβαια και να έτυχε όλοι οι άλλοι επιβάτες να είχαν ακυρώσει νωρίτερα το εισιτήριό τους. Ή μπορεί να τους ενοχλεί που θέλουν 2 ώρες και 15 λεπτά για να φτάσουν απ’ την Αθήνα στην Κηφισιά – δηλαδή όσο χρειάζεται ένα κανονικό αυτοκίνητο για να πάει στη Σπάρτη.

Γιατί όταν, επιτέλους, κατεβαίνεις κάθιδρος απ’ το λεωφορείο, νιώθεις πως την έχεις πληρώσει πολύ ακριβά αυτήν τη διαδρομή. Ακόμη κι αν δεν έχεις ακυρώσει το εισιτήριο των 1,40 ευρώ…

Advertisements