ΔΕΝ ΟΦΕΙΛΟΥΝ ΟΙ ΛΑΟΙ ΤΑ ΧΡΕΗ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΑΘΜΟΣ

του Ερίκ Τουσέν

Με ικανοποίηση χαιρετίζουμε την απόφαση του δικαστηρίου της ΕΖΕΣ (Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών), η οποία απορρίπτει όλες τις καταγγελίες που κατατέθηκαν από τις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο κατά της Ισλανδίας στην υπόθεση «Icesave» | 1 |, σημειώνει σε άρθρο του ο Ερίκ Τουσέν, της οργάνωσης CADTM (Επιτροπή για την κατάργηση του χρέους του Τρίτου Κόσμου)

Η. απόφαση καθιστα σαφές Ότι ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ευθύνη Της χώρας ΣΤΗΝ ΜΙΑ οποία τραπεζική Εταιρεία έχει ΤΗΝ Έδρα Της ΝΑ ΤΑ καλύπτει έξοδα Των εγγυήσεων ΤΟΥ τραπεζικού συστήματος Της , καθώς και ότι ο μηχανισμός του δίχτυ ασφαλείας πρέπει να χρηματοδοτείται από τις ίδιες τις τράπεζες.

Αυτό επιβεβαιώνει εμμέσως ότι η διαδικασία της κανονικής εκκαθάρισης, όπως αυτή εφαρμόστηκε στη περίπτωση της «Landsbanki» (μητρική της Icesave) είναι τελείως ορθή, όταν μια τράπεζα, ακόμα και χαρακτηρισμένη ως «TBTF» (too big to fail, πολύ μεγάλη για να πέσει ), έχει περισσότερα χρέη από τα περιουσιακά στοιχεία της.

Όμοια πρέπει να είναι η περίπτωση των περισσότερων μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών, αν τα τοξικά στοιχεία ενεργητικού στους ισολογισμούς τους καταγράφονταν στην πραγματική τους αξία.

Είναι το αντίθετο από αυτό που έχει καθιερωθεί, από το 2007 και την αρχή των επαναλαμβανόμενων χρηματοπιστωτικών κρίσεων, για να σωθούν οι μεγαλομέτοχοι των τραπεζών με τις πλάτες της κοινότητας.

Οι κυβερνήσεις των βιομηχανικών χωρών έδωσαν την εγγύηση τους προς τις τράπεζες στο χείλος της χρεοκοπίας των χωρών τους, χωρίς αιτιολόγηση, χρησιμοποιώντας δημόσια κονδύλια για τη διευκόλυνση των ταμειακών ροών των τραπεζών.

Την ίδια στιγμή, οι κυβερνώντες άρχισαν να σφυρηλατήσουν την ιδέα ότι το φταίξιμο άνηκε στο πληθυσμό.Αυτή η εκστρατεία είχε και έχει ως στόχο να πείσει τους πολίτες ότι πρέπει να αποδέχονται τις μειώσεις στους μισθούς τους, την υποβάθμιση της κοινωνικής κάλυψης, την αύξηση της ανασφάλειας και την επιδείνωση των συνθηκών εργασίας.

Οι λαοί δεν ευθύνονται και δεν συμφωνούν με τα μέτρα λιτότητας που τους επιβάλλονται.

Η απόφαση αυτή αποδεικνύει τη νομιμότητα της γνώμης των λαών και ως εκ τούτου αποδείχνει τον μη νομιμοποιημένο χαρακτήρα αυτών των μέτρων λιτότητας.

Το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να κρατά την αναπνοή του, περιμένοντας την ημέρα που τα τοξικά στοιχεία του ενεργητικού του θα ωριμάσουν και δεν θα μπορεί πλέον να κρυφτούν.

Τότε, θα ζητηθεί (ή μάλλον διαταχθεί) από τον πληθυσμό να το διασώσει και πάλι.

Οι κυβερνήσεις, μέσω των δομών που έχουν εφαρμοστεί έκτοτε, θα αναζητήσουν από τις χρηματοπιστωτικές αγορές να δανειστούν τα ίδια τα δικά τους χρήματά και να τα δώσουν πίσω στις τράπεζες που κατέχουν τα τοξικά στοιχεία ενεργητικού.

Με την απόφαση της ΕΖΕΣ, γνωρίζουμε τώρα ότι δεν είναι οι λαοί (Ελληνικός, Ιρλανδικός, Πορτογαλικός ή άλλοι) που πρέπει να πληρώσουν και ότι η προθυμία των κυβερνήσεων να πράξουν με τον τρόπο που πράττουν αποδείχνει τη συνενοχή τους με τις τράπεζες.

Οι οικονομικές κρίσεις θα συνεχιστούν, εκτός εάν οι τράπεζες απαλλοτριωθούν χωρίς αποζημίωση, κοινωνικοποιηθούν με λαϊκό και δημοκρατικό έλεγχο και τίθενται στην υπηρεσία των αναγκών του πληθυσμού παρά των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Είναι επίσης απαραίτητο να εντοπιστούν μέσω του λογιστικού ελέγχου του δημόσιου χρέους όλα τα παράνομα η μη-νομημοποιμένα χρέη, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προέρχονται από την διάσωση των τραπεζών, για να ακυρωθούν.

1  |. η απόφαση του δικαστηρίου της ΕΖΕΣ, 28/01/2013

Επιτροπή για την κατάργηση του χρέους του Τρίτου Κόσμου

Πηγή: http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/dikastiki-apofasi-stathmos-den-tha-plirosoyn-oi-laoi-tis-trapezes-toy-erik-toyse

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΕΖΕΣ, 28/01/2013

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

28, Ιανουαρίου, 2013

(Οδηγία 94/19/ΕΚ περί των συστημάτων εγγυήσεως των καταθέσεων – Υποχρέωση του αποτελέσματος –

Προέκταση του κράτους – Δυσμενής διάκριση)

Στην υπόθεση E-16/11,

Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ , εκπροσωπούμενη από τους Xavier Lewis, διευθυντής, και

Gjermund Mathisen, Λειτουργός, Τμήμα Νομικής & Executive Υποθέσεων, που ενεργεί ως

Πράκτορες,

προσφεύγουσα ,

υποστηριζόμενη από το

Ευρωπαϊκή Επιτροπή , εκπροσωπούμενη από τους Enrico Traversa, Albert

Nijenhuis και Karl-Philipp Wojcik,

παρεμβαίνουσα ,

v

Ισλανδία , εκπροσωπούμενη από Kristján Andri Stefánsson, Agent, Tim Ward, QC, Μόλυβδος

σύμβουλος, Johannes Karl Sveinsson, Co-συμβουλή,

καθής ,

Που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι, παραλείποντας να εξασφαλίσει την καταβολή της

ελάχιστο ποσό της αποζημίωσης στους καταθέτες της Icesave στις Κάτω Χώρες και

στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 (1) της πράξης που αναφέρεται στο σημείο

19α του παραρτήματος IX της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (Οδηγία

94/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 1994, σχετικά με

τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων) εντός των χρονικών ορίων που καθορίζονται στο άρθρο 10 της

Πράξη, η Ισλανδία παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εν λόγω πράξη, σε

ιδίως τα άρθρα 3, 4, 7 και 10, ή / και το άρθρο 4 της συμφωνίας για τον

Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.

– 2 –

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

συγκείμενο από τους: Carl Baudenbacher, πρόεδρο και εισηγητή δικαστή, Páll Hreinsson,

και Ola Mestad (ad hoc), δικαστές,

Γραμματέας: Gunnar Selvik,

– Έχοντας υπόψη τα υπομνήματα των διαδίκων και την παρεμβαίνουσα και

οι γραπτές παρατηρήσεις του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν, εκπροσωπούμενη από τον

Ο Δρ Andrea Entner-Koch, Διευθυντής της Μονάδας Συντονισμού για τον ΕΟΧ, καθώς και από

Frederique Lambrecht, Νομική Σύμβουλος στο Συντονιστική Μονάδα του ΕΟΧ, που ενεργεί

όπως Πράκτορες?

– Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από Corinna Wissels, Mielle

Bulterman και Charlotte Schillemans, επικεφαλής και τα μέλη του Ευρωπαϊκού

Νόμος Τμήμα της Διευθύνσεως Νομικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών

Υποθέσεων, εκπροσωπούμενη?

– Το Βασίλειο της Νορβηγίας, εκπροσωπούμενο από Kaja Moe Winther, Ανώτερος Σύμβουλος,

Υπουργείο Εξωτερικών, και Torje Sunde, advokat, Γραφείο της

Γενικός Εισαγγελέας (αστικές υποθέσεις), εκπροσωπούμενη?

– Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από

Heather Walker του Treasury Solicitor, που ενεργεί ως Agent, και

Mark Hoskins, QC,

έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ ‘ακροατηρίου συζήτηση,

αφού άκουσε τις αγορεύσεις της προσφεύγουσας, εκπροσωπούμενη από τους Xavier Πράκτορες

Lewis και Gjermund Mathisen? Ο εναγόμενος, εκπροσωπούμενο Kristján της

Άντρη Stefánsson, μόλυβδο σύμβουλος Tim Ward, QC, και Co-συμβούλου και του Ανώτατου

Δικαστήριο Εισαγγελέα Johannes Karl Sveinsson, επικουρούμενο από τον καθηγητή Miguel Poiares

Maduro, Κρατικός γενικός εισαγγελέας Einar Karl Hallvarðsson, το Ανώτατο Δικαστήριο

Εισαγγελέας Reimar Petursson, Dóra Gudmundsdottir, Kristin Haraldsdóttir και

Thora Μ. Hjaltested, συμβούλους? Η παρεμβαίνουσα, εκπροσωπούμενη από τον Enrico Πράκτορες

Traversa και Albert Nijenhuis? Λιχτενστάιν, εκπροσωπούμενη από τον συνεργάτη Dr Andrea

Entner-Koch? Κάτω Χώρες, εκπροσωπούμενη από τους Corinna Wissels και

Charlotte Schillemans, και Gerald ENTING, Υπουργείο Οικονομικών, και Sander

Timmerman, Κάτω Χώρες Κεντρικής Τράπεζας? Νορβηγίας, εκπροσωπούμενο από τους Πράκτορες Kaja

Moe Winther, Ανώτερος Σύμβουλος, και η Kristin Nordland Hansen, Ανώτατου Εκτελεστικού

Λειτουργός, Υπουργείο Εξωτερικών? Του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον

Agent Heather Walker, και Mark Hoskins, QC? Κατά τη συνεδρίαση της 18ης Σεπτεμβρίου

2012,

εκδίδει την ακόλουθη

– 3 –

Κρίση

I Το νομικό πλαίσιο

Δίκαιο του ΕΟΧ

1 Το άρθρο 4 του ΕΟΧ προβλέπει τα εξής:

Εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας, και με την επιφύλαξη τυχόν

ειδικών διατάξεών της, κάθε διάκριση λόγω

ιθαγενείας.

2 Η πράξη που αναφέρεται στο σημείο 19α του παραρτήματος IX της συμφωνίας ΕΟΧ (οδηγία

94/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 1994, σχετικά με

συστήματα εγγύησης των καταθέσεων, ΕΕ 1994, L 135, σ.. 5), όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει

ελάχιστων εναρμονισμένων κανόνων όσον αφορά τα καθεστώτα εγγύησης των καταθέσεων.

3 Αιτιολογική σκέψη 1 στο προοίμιο της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

Ότι, σύμφωνα με τους στόχους της συνθήκης, για την αρμονική

ανάπτυξη των δραστηριοτήτων των πιστωτικών ιδρυμάτων σε όλη την Κοινότητα

πρέπει να προωθηθεί μέσω της κατάργησης όλων των περιορισμών σχετικά με το δικαίωμα

εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, αυξάνοντας παράλληλα τη σταθερότητα

του τραπεζικού συστήματος και της προστασίας των αποταμιευτών?

4 Αιτιολογική σκέψη 2 του προοιμίου της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

Ότι, όταν οι περιορισμοί σχετικά με τις δραστηριότητες των πιστωτικών ιδρυμάτων εξαλειφθεί,

Θα πρέπει να δοθεί προσοχή στην κατάσταση που θα μπορούσε να προκύψει αν οι καταθέσεις σε ένα

πιστωτικό ίδρυμα που έχει υποκαταστήματα σε άλλα κράτη μέλη να καταστούν διαθέσιμες?

λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι απαραίτητο να εξασφαλιστεί ένα εναρμονισμένο ελάχιστο επίπεδο των καταθέσεων

όπου ευρίσκονται οι καταθέσεις εντός της Κοινότητας προστασία? ότι η εν λόγω

προστασίας των καταθέσεων είναι τόσο σημαντική όσο των κανόνων προληπτικής εποπτείας για την ολοκλήρωση της

ενιαίας τραπεζικής αγοράς?

5 Αιτιολογική σκέψη 3 του προοιμίου της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

Ότι, σε περίπτωση παύσης λειτουργίας ενός αφερέγγυου πιστωτικού ιδρύματος της

καταθέτες υποκαταστημάτων εγκατεστημένων σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο

το πιστωτικό ίδρυμα έχει την έδρα του πρέπει να προστατεύονται από την ίδια εγγύηση

καθεστώτος, όπως οι υπόλοιποι καταθέτες του ιδρύματος?

6 αιτιολογική σκέψη 4 του προοιμίου της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

Λαμβάνοντας υπόψη ότι το κόστος για τα πιστωτικά ιδρύματα της συμμετοχής σε ένα σύστημα εγγύησης

δεν έχει καμία σχέση με το κόστος που θα προέκυπτε από μια μαζική απόσυρση

τραπεζικών καταθέσεων, όχι μόνο από πιστωτικό ίδρυμα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, αλλά και από

– 4 –

υγιή όργανα μετά από μια απώλεια της εμπιστοσύνης των καταθετών στη σταθερότητα των

το τραπεζικό σύστημα?

7 αιτιολογική σκέψη 7 του προοιμίου της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

, Ενώ ένα υποκατάστημα δεν απαιτείται άδεια σε οποιοδήποτε κράτος μέλος υποδοχής,

διότι η ενιαία άδεια ισχύει σε ολόκληρη την Κοινότητα, και της

φερεγγυότητας θα πρέπει να παρακολουθούνται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της

Μέλος? Ότι η κατάσταση αυτή δικαιολογεί καλύπτουν όλους τους κλάδους της ίδιας

πιστωτικό ίδρυμα που έχει συσταθεί στην Κοινότητα, μέσω της ενιαίας εγγύησης

σύστημα? ότι το σύστημα αυτό μπορεί να είναι μόνο αυτό που υπάρχει για τη συγκεκριμένη κατηγορία

φορέα του κράτους στο οποίο βρίσκεται έδρα του εν λόγω οργάνου, σε

ιδίως λόγω της σχέσης που υπάρχει μεταξύ του ελέγχου του υποκαταστήματος

φερεγγυότητα και τη συμμετοχή της σε σύστημα εγγύησης των καταθέσεων?

8 αιτιολογική σκέψη 16 στο προοίμιο της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

Ότι, αφενός, το επίπεδο ελάχιστης εγγύησης που προβλέπεται στο παρόν

Η οδηγία δεν θα πρέπει να αφήνει απροστάτευτο μεγάλο μέρος των καταθέσεων, χωρίς προστασία

προς το συμφέρον τόσο της προστασίας των καταναλωτών και της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού

σύστημα? λαμβάνοντας υπόψη ότι, από την άλλη πλευρά, δεν θα ήταν σκόπιμο να επιβληθούν

σε όλη την Κοινότητα ένα επίπεδο προστασίας το οποίο θα μπορούσε, σε ορισμένες περιπτώσεις,

έχει ως αποτέλεσμα την ενθάρρυνση της ανορθολογική διαχείριση των πιστωτικών ιδρυμάτων?

λαμβάνοντας υπόψη ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το κόστος των συστημάτων χρηματοδότησης? ότι

θα φαινόταν εύλογο να καθοριστεί το εναρμονισμένο ελάχιστο ύψος της εγγυήσεως σε

20 000 ECU? Ενώ περιορισμένες μεταβατικές ρυθμίσεις μπορεί να χρειαστεί να

συστήματα αυτά επιτρέπουν να συμμορφωθούν με την εν λόγω σχήμα?

9 αιτιολογική σκέψη 23 στο προοίμιο της οδηγίας 94/10 έχει ως εξής:

Ότι δεν είναι απαραίτητο, στην παρούσα οδηγία, προκειμένου να εναρμονιστούν οι μέθοδοι

προγράμματα χρηματοδότησης εγγύησης των καταθέσεων ή των ίδιων των πιστωτικών ιδρυμάτων, δεδομένου ότι,

αφενός, ότι το κόστος της χρηματοδότησης των συστημάτων αυτών πρέπει να βαρύνει, σε

κατ ‘αρχήν, με πιστωτική εαυτό τους και, αφετέρου όργανα, ότι η

χρηματοδοτική ικανότητα των συστημάτων αυτών πρέπει να είναι ανάλογη προς τις υποχρεώσεις τους?

λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό δεν πρέπει, ωστόσο, να θέσει σε κίνδυνο τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος

το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος?

10 αιτιολογική σκέψη 24 στο προοίμιο της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

Ότι η παρούσα οδηγία δεν μπορεί να οδηγήσει στα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές τους

αρχές «να θεωρηθεί υπεύθυνη έναντι των καταθετών, εφόσον έχουν εξασφαλίσει ότι

ένα ή περισσότερα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων ή των ίδιων των πιστωτικών ιδρυμάτων και

να εξασφαλίζεται η αποζημίωση ή η προστασία των καταθετών υπό τους όρους

προβλέπονται στην παρούσα οδηγία έχουν εισαχθεί και να αναγνωριστούν επίσημα?

11 αιτιολογική σκέψη 25 στο προοίμιο της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

Ότι η προστασία των καταθέσεων αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο για την ολοκλήρωση της

της εσωτερικής αγοράς και ένα απαραίτητο συμπλήρωμα του συστήματος εποπτείας της

– 5 –

πιστωτικά ιδρύματα λόγω της αλληλεγγύης που δημιουργεί μεταξύ όλων των

ιδρύματα σε μια δεδομένη χρηματοπιστωτική αγορά σε περίπτωση αποτυχίας οποιουδήποτε από αυτά,

12 Το άρθρο 1 της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

1. «Κατάθεση» νοείται κάθε πιστωτικό υπόλοιπο, που προκύπτει από κεφάλαια κατατεθειμένα σε ένα

λογαριασμό ή από μεταβατικές καταστάσεις απορρέουσες από συνήθεις τραπεζικές

συναλλαγές και τα οποία το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να επιστρέψει βάσει των νομικών και

συμβατικών όρων, καθώς και κάθε οφειλή αποδεικνύεται με πιστοποιητικό που εκδίδεται

το πιστωτικό ίδρυμα.

3. «Μη διαθέσιμη κατάθεση»: μια κατάθεση που είναι ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, αλλά έχει

δεν έχει καταβληθεί από πιστωτικό ίδρυμα βάσει των ισχυόντων νόμιμων και συμβατικών όρων

εφαρμόζονται επ ‘αυτών, όπου είτε:

(I) είτε οι αρμόδιες αρχές έχουν διαπιστώσει ότι κατά την άποψή τους, η

ενδιαφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα δεν φαίνεται να είναι σε θέση προς το παρόν, για λόγους

τα οποία έχουν άμεση σχέση με την οικονομική του κατάσταση, να επιστρέψει την κατάθεση

και να έχουν σήμερα καμία προοπτική να είναι σε θέση να το πράξουν.

Οι αρμόδιες αρχές προβαίνουν στη διαπίστωση αυτή το συντομότερο δυνατό και

το αργότερο 21 ημέρες μετά απεδείχθη για πρώτη φορά ότι το πιστωτικό ίδρυμα έχει

απέτυχε να αποπληρώσει τις καταθέσεις που είναι ληξιπρόθεσμες και απαιτητές?

(Ii) είτε δικαστική αρχή, βασιζόμενη σε λόγους που σχετίζονται άμεσα

με την οικονομική κατάσταση του πιστωτικού ιδρύματος, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την

δυνατότητα αναστολής των καταθετών να εγείρουν αξιώσεις έναντι του, εάν αυτό συμβεί

πριν από την προαναφερθείσα απόφαση έχει γίνει?

4. "Πιστωτικό ίδρυμα" νοείται η δραστηριότητα της οποίας συνίσταται σε μια επιχείρηση

αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό και στη χορήγηση πιστώσεων

για δικό της λογαριασμό?

5. "Υποκατάστημα" νοείται ένα μέρος της επιχείρησης το οποίο στερείται αυτοτελούς νομικής υπόστασης

μέρος του πιστωτικού ιδρύματος και το οποίο πραγματοποιεί απευθείας το σύνολο ή ορισμένα από τα

συμφυείς προς τη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων? οποιοσδήποτε αριθμός

υποκαταστημάτων που έχουν συσταθεί στο ίδιο κράτος μέλος από πιστωτικό ίδρυμα το οποίο έχει τα δικά του

έδρα σε άλλο κράτος μέλος θεωρούνται ως ένα μόνο υποκατάστημα.

13 Το άρθρο 3 της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

1. Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι στο έδαφος ενός ή περισσοτέρων depositguarantee της

Τα συστήματα και να αναγνωριστούν επίσημα. …

14 Το άρθρο 4 της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

1. Τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων συσταθεί και αναγνωρισθεί επίσημα σε ένα κράτος

Μέλος σύμφωνα με το άρθρο 3 (1), καλύπτουν τους καταθέτες υποκαταστημάτων τα οποία έχουν

από τα πιστωτικά ιδρύματα σε άλλα κράτη μέλη. …

– 6 –

15 Το άρθρο 7 της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

1. Συστήματα εγγύησης των καταθέσεων καθορίζουν ότι το σύνολο των καταθέσεων κάθε

καταθέτη πρέπει να καλύπτεται μέχρι ποσού 20 000 ECU σε περίπτωση ύπαρξης καταθέσεων »

διαθέσιμη.

6. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα δικαιώματα του καταθέτη σε αποζημίωση μπορεί να

να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής από τον καταθέτη κατά την κατάθεση εγγύησης

σύστημα.

16 Το άρθρο 8 της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

1. Τα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 7 (1), (3) και (4) θα ισχύουν για το σύνολο

καταθέσεις στο ίδιο πιστωτικό ίδρυμα, ανεξάρτητα από τον αριθμό των

καταθέσεων, το νόμισμα και τον τόπο κατάθεσης εντός της Κοινότητας.

17 Το άρθρο 9 της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα πιστωτικά ιδρύματα παρέχουν στους σημερινούς

και μελλοντικούς καταθέτες τις αναγκαίες πληροφορίες για τον προσδιορισμό του

συστήματος εγγύησης των καταθέσεων του οποίου το ίδρυμα και τα υποκαταστήματά του είναι μέλη

εντός της Κοινότητας ή οιεσδήποτε εναλλακτικές ρυθμίσεις που προβλέπονται στο άρθρο

3 (1), δεύτερο εδάφιο, ή το άρθρο 3 (4). Οι καταθέτες θα πρέπει να ενημερώνονται

οι διατάξεις του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων ή οποιαδήποτε εναλλακτική ρύθμιση

εφαρμόζεται, συμπεριλαμβανομένου του ποσού και του πεδίου κάλυψης που παρέχονται από το

σύστημα εγγύησης. Οι εν λόγω πληροφορίες πρέπει να διατίθενται σε εύκολα

κατανοητό τρόπο.

Πληροφορίες παρέχονται επίσης, εφόσον ζητηθούν, σχετικά με τους όρους για την αποζημίωση

και οι διατυπώσεις που πρέπει να ολοκληρωθούν για να λάβουν αποζημίωση.

2. Οι πληροφορίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 πρέπει να διατίθενται στην

τρόπο που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία, στην επίσημη γλώσσα ή γλώσσες του κράτους

Κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένο το υποκατάστημα.

3. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες που περιορίζουν τη χρήση στη διαφήμιση του

πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, προκειμένου να αποφευχθούν τέτοιου είδους χρήση από

επηρεάζουν τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος ή η εμπιστοσύνη των καταθετών. Σε

Ειδικότερα, τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν τη διαφήμιση σε απλή μνεία

το σύστημα στο οποίο ανήκει το πιστωτικό ίδρυμα.

18 Το άρθρο 10 της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

1. Τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων πρέπει να είναι σε θέση να καταβάλουν τις δεόντως αποδεδειγμένες απαιτήσεις

καταθετών που αφορούν μη διαθέσιμες καταθέσεις εντός τριών μηνών από την ημερομηνία

την οποία οι αρμόδιες αρχές προβαίνουν στη διαπίστωση που περιγράφεται στο άρθρο

1 (3) (i) ή η δικαστική αρχή λαμβάνει την απόφαση που περιγράφεται στο άρθρο 1 (3) (ii).

– 7 –

2. Σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις και σε ειδικές περιπτώσεις, το σύστημα εγγύησης

μπορεί να υποβάλει αίτηση στις αρμόδιες αρχές για την παράταση της προθεσμίας. Όχι

λόγω παράταση δεν πρέπει να υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται, κατά τη

αιτήσεως του συστήματος εγγύησης, να παραχωρήσουν περισσότερες από δύο παρατάσεις,

κανένα από τα οποία πρέπει να υπερβαίνει τους τρεις μήνες.

Το εθνικό δίκαιο

19 Η οδηγία 94/19 μεταφέρθηκε στο ισλανδικό δίκαιο με το νόμο αριθ. 98/1999 του Συμβουλίου σχετικά

Εγγύησης των καταθέσεων και το Ταμείο Αποζημίωσης Επενδυτών (lög um

innstæðutryggingar og tryggingakerfi Fyrir fjárfesta).

20 Το άρθρο 1 του νόμου αριθ. 98/1999 έχει ως εξής:

Ο στόχος της παρούσας πράξης είναι να διασφαλιστεί ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας σε

καταθετών σε εμπορικές τράπεζες και ταμιευτήρια, και σε πελάτες

εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο εμπόριο κινητών αξιών, σύμφωνα με το νόμο, σε περίπτωση

δυσκολίες μιας συγκεκριμένης εταιρείας στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της προς τους πελάτες της

σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

21 Το άρθρο 2 του νόμου αριθ. 98/1999 έχει ως εξής:

Οι εγγυήσεις δυνάμει του παρόντος νόμου έχει ανατεθεί σε ειδικό ίδρυμα το όνομά του

Καταθετών και των επενδυτών «Ταμείο Εγγυήσεων, εφεξής η

«Ταμείο». Το Ταμείο είναι ένα ιδιωτικό ίδρυμα που λειτουργεί σε δύο ανεξάρτητα

τμήματα, το Τμήμα Καταθέσεων και το Τμήμα Securities, με

χωριστά οικονομικά και λογιστικά, cf. Ωστόσο, οι διατάξεις του άρθρου 12.

22 Το άρθρο 3 του νόμου αριθ. 98/1999 έχει ως εξής:

Οι εμπορικές τράπεζες, τα ταμιευτήρια, οι εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών,

και άλλα μέρη που συμμετέχουν στη διαπραγμάτευση κινητών αξιών σύμφωνα με τον νόμο και καθιέρωσε

στην Ισλανδία είναι μέλη του Ταμείου. Το ίδιο ισχύει και για τυχόν υποκαταστήματα

από τα εν λόγω μέρη εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, εντός των συμβαλλομένων κρατών

η Σύμβαση της ΕΖΕΣ ή τις Νήσους Φερόε. Τα εν λόγω μέρη, εφεξής

ως μέλος εταιρειών, δεν ευθύνεται για τυχόν δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί

από το Ταμείο και μετά τις υποχρεωτικές εισφορές τους στο Ταμείο, cf. οι διατάξεις

των άρθρων 6 και 7. Η Εποπτική Αρχή Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών πρέπει να τηρεί αρχείο

των κρατών Εταιρείες.

23 Το άρθρο 6 του νόμου αριθ. 98/1999 έχει ως εξής:

Το σύνολο του ενεργητικού του Τμήματος Καταθέσεων του Ταμείου ανέρχεται σε ένα

τουλάχιστον 1% του μέσου ποσού των εγγυημένων καταθέσεων στις εμπορικές

τράπεζες και τα ταμιευτήρια κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους.

– 8 –

24 Το άρθρο 9 του νόμου αριθ. 98/1999 έχει ως εξής:

Εάν, κατά τη γνώμη της εποπτικής αρχής του χρηματοπιστωτικού, μια εταιρεία μέλος είναι

μπορεί να καταστήσει την καταβολή του ποσού των καταθέσεων, τίτλων ή μετρητά κατά την

ζήτηση των πελατών για την επιστροφή ή την επιστροφή τους, σύμφωνα με

ισχύοντες όρους, το Ταμείο θα καταβάλει στον πελάτη του κράτους Εταιρείας

το ποσό της κατάθεσης του από το Τμήμα Καταθέσεων και η αξία του

χρεόγραφα και τα μετρητά σε σχέση με τους εμπορικούς τίτλους από τους Τίτλους

Τμήμα. Η υποχρέωση του Ταμείου να καταστήσει την πληρωμή λαμβάνει επίσης αποτέλεσμα εάν

το κτήμα της Εταιρείας Μέλος υπαχθούν σε διαδικασία πτώχευσης

σύμφωνα με το νόμο για τις εμπορικές τράπεζες και Ταμιευτηρίων και του νόμου

για τη διαπραγμάτευση κινητών αξιών.

Η γνωμοδότηση της Αρχής Δημοσιονομικού Ελέγχου πρέπει να έχει γίνει

διαθέσιμες το αργότερο τρεις εβδομάδες μετά την Αρχή αποκτά πρώτη επιβεβαίωση

ότι η σχετική εταιρεία μέλος δεν έχει καταστήσει την καταβολή στον πελάτη του ή

αντιπροσώπευε για τους τίτλους του, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις της. …

Περαιτέρω προδιαγραφές όσον αφορά τις πληρωμές από το Ταμείο θα πρέπει να περιλαμβάνονται σε μια

Κανονισμός της κυβέρνησης.

25 Το άρθρο 10 του νόμου αριθ. 98/1999 έχει ως εξής:

Σε περίπτωση που τα στοιχεία του ενεργητικού της, είτε τμήματος του Ταμείου δεν επαρκούν για να

καταβάλει το συνολικό ποσό των εγγυημένων καταθέσεων, τίτλων και μετρητών στο κράτος

Ενδιαφερόμενες εταιρείες, οι πληρωμές από κάθε Τμήμα [δηλαδή το Ταμείο

καταθέσεις τμήμα και το τμήμα κινητών αξιών του Ταμείου] θα πρέπει να διαιρεθεί

μεταξύ των εναγόντων ως εξής: κάθε απαίτηση μέχρι 1,7 εκατ. ISK καταβάλλεται

στο σύνολό τους, καθώς και κάθε ποσό που υπερβαίνει αυτό καταβάλλεται σε ίσες αναλογίες

ανάλογα με την έκταση των στοιχείων του ενεργητικού κάθε Τμήματος. Το ποσό αυτό θα

που συνδέονται με τη συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ της 5ης Ιανουαρίου 1999. Δεν υπάρχουν άλλες αξιώσεις μπορεί να είναι

εγερθεί έναντι του Ταμείου σε μεταγενέστερο στάδιο, ακόμη και αν οι ζημίες που υπέστησαν οι ενάγοντες

δεν έχουν αποζημιωθεί πλήρως. Σε περίπτωση που το σύνολο του ενεργητικού του Αμοιβαίου Κεφαλαίου αποδείξει

ανεπαρκείς, το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται, εάν το κρίνει επιτακτικοί λόγοι να το πράξουν,

πάρουν ένα δάνειο, προκειμένου να αντισταθμίσει τις απώλειες που υπέστησαν οι ενάγοντες.

Σε περίπτωση που η πληρωμή γίνεται από το Ταμείο, οι ισχυρισμοί σχετικά με την

αρμόδιων οργάνων της Εταιρείας μέλος ή πτωχευτική περιουσία θα πρέπει να αναληφθεί από το Ταμείο.

II γεγονότα

26 Την 1η Ιανουαρίου 2000, η ​​Ισλανδία εφαρμόσει την οδηγία 94/19 (στο εξής «η

Οδηγία ") μέσω της θέσπισης του νόμου αριθ. 98/1999 του Συμβουλίου σχετικά εγγύησης των καταθέσεων

και το Ταμείο Αποζημίωσης Επενδυτών. Ο νόμος αριθ. 98/1999 που έχει συσταθεί των καταθετών και

Ταμείο Εγγυήσεων των επενδυτών που άρχισε να λειτουργεί την ίδια ημέρα.

27 Τον Οκτώβριο του 2006, Landsbanki Islands hf (εφεξής «Landsbanki»), ξεκίνησε ένα

υποκατάστημα στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία παρέχεται σε απευθείας σύνδεση λογαριασμών ταμιευτηρίου στο πλαίσιο της

brand name "Icesave". Μια παρόμοια Icesave online υποκατάστημά καταθέσεων ξεκίνησε το

οι Κάτω Χώρες, που άρχισε να δέχεται καταθέσεις στο Άμστερνταμ στις 29 Μαΐου 2008.

– 9 –

Οι λογαριασμοί Icesave προσέλκυσε σημαντικές καταθέσεις τόσο από τον ιδιωτικό και δημόσιο

επενδυτές.

28 Ως μέρος μιας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, υπήρχε ένα τρέξιμο σε λογαριασμούς Icesave στην

το Ηνωμένο Βασίλειο από τον Φεβρουάριο έως Απρίλιο του 2008.

29 Σύμφωνα με την κατανομή των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται από την οδηγία,

καταθέσεις της Βρετανίας και της Ολλανδίας υποκαταστήματα της Landsbanki ήταν κάτω από το

ευθύνη του Ταμείου Εγγυήσεων καταθέτες της Ισλανδίας και Επενδυτών

(Εφεξής «ΔΕΘ»), η οποία προσφέρει μια ελάχιστη εγγύηση 1 ISK 700 000 ανά

καταθέτη, σύμφωνα με το άρθρο 10 του νόμου αριθ. 98/1999. Η Ισλανδία δεν έκανε χρήση της

της δυνατότητας που προβλέπεται στο άρθρο 7 (2) της οδηγίας για τον αποκλεισμό ορισμένων

κατηγορίες των καταθετών από το καθεστώς εγγυήσεων.

30 Από τον Μάιο του 2008, Landsbanki επέλεξε να συμμετάσχει στην Ολλανδία depositguarantee

καθεστώς για τη συμπλήρωση κατ ‘οίκον του. Εκείνη τη στιγμή, η ελάχιστη

εγγυημένη βάσει του ολλανδικού συστήματος ποσό ήταν 40 000 ευρώ ανά καταθέτη

το οποίο αργότερα αυξήθηκε σε 100 000 ευρώ ανά καταθέτη. Ομοίως, η Landsbanki

υποκατάστημα στο Ηνωμένο Βασίλειο εντάχθηκαν στο σύστημα εγγύησης των καταθέσεων του Ηνωμένου Βασιλείου για

πρόσθετη κάλυψη. Καταθέσεις στο βρετανικό υποκατάστημα της Landsbanki που υπερβαίνουν το

ελάχιστο εγγυημένο ποσό από την ισλανδική ΔΕΘ αργότερα εγγυάται την

UK καθεστώς κατ ‘ανώτατο όριο 50 000 GBP για κάθε καταθέτη λιανικής.

31 Στις 3 Οκτωβρίου 2008, Εποπτική Αρχή Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών του Ηνωμένου Βασιλείου εκδοθεί

Εποπτική Ανακοίνωση που απαιτούνται Landsbanki να λάβει ορισμένα μέτρα με

υπόψη το υποκατάστημα της στο Λονδίνο. Το πρακτικό αποτέλεσμα ήταν να παγώσει τα περιουσιακά στοιχεία της

Landsbanki υποκατάστημα.

32 Στις 6 Οκτωβρίου 2008, για την υπόθεση Icesave ιστοσελίδες Landsbanki στις Κάτω Χώρες και το

Ηνωμένο Βασίλειο διακόψει την εργασία και τους καταθέτες σε υποκαταστήματα αυτών έχασαν την πρόσβαση σε

καταθέσεις τους.

33 Την ίδια ημέρα, Althingi, το ισλανδικό κοινοβούλιο, ψήφισε τον νόμο έκτακτης ανάγκης αριθ.

125/2008. Ο νόμος έκτακτης ανάγκης που προβλέπονται για τη δημιουργία νέων τραπεζών και η

χορήγηση του καθεστώτος προτεραιότητας στην πτώχευση για τους καταθέτες με τις αξιώσεις σχετικά με την

ΔΕΘ.

34 Στις 7 Οκτωβρίου 2008, η Landsbanki κατέρρευσε και η ισλανδική Financial

Εποπτικής Αρχής ("Fjármálaeftirlitið", εφεξής "FME") ανέλαβε την

εξουσίες της συνέλευσης των μετόχων Landsbanki και ανέστειλε αμέσως

το διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας συμβουλίου. Η FME διόρισε μια επιτροπή εκκαθάρισης

η οποία, με άμεση ισχύ, ανέλαβε την πλήρη εξουσία του διοικητικού συμβουλίου.

35 Την ίδια ημέρα, οι Κάτω Χώρες Κεντρική Τράπεζα υπέβαλε αίτηση στην

Περιφερειακό Δικαστήριο του Άμστερνταμ, ζητώντας να αποφανθεί ότι ορισμένες έκτακτης ανάγκης

κανονισμούς του ολλανδικού δικαίου που εφαρμόζονται.

– 10 –

36 Μεταξύ 6 και 9 Οκτωβρίου 2008, η ισλανδική Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται

νέες τράπεζες στο πλαίσιο του νόμου έκτακτης ανάγκης.

37 Στις 8 Οκτωβρίου 2008, η βρετανική κυβέρνηση ανέλαβε δράση στο πλαίσιο της αντι-τρομοκρατίας,

Έγκλημα και ασφάλεια Νόμου του 2001 να παγώσει επισήμως τα περιουσιακά στοιχεία της Landsbanki, και

αρχικά χρηματοδοτεί επίσης σχετικά με την Landsbanki ιδιοκτησία ή κατοχή ή ελέγχονται από το FME

και η Κεντρική Τράπεζα της Ισλανδίας (εφεξής "CBI") στο Ηνωμένο Βασίλειο.

38 Μεταξύ 9 και 22 Οκτωβρίου 2008, τις εγχώριες καταθέσεις σε Landsbanki ήταν

μεταφερθούν στη νέα τράπεζα "New Landsbanki», η οποία ιδρύθηκε από το

Ισλανδική κυβέρνηση. Η μεταφορά έγινε με βάση την απόφαση του FME από 9

Οκτώβριο του 2008, άσκησε τις εξουσίες του δυνάμει του νόμου έκτακτης ανάγκης να επιτευχθεί μια

αναδιάρθρωση των ισλανδικών τραπεζών.

39 Στις 13 Οκτωβρίου 2008, κατόπιν αιτήματος των Κάτω Χωρών Κεντρικής Τράπεζας, το Επαρχιακό

Δικαστήριο του Άμστερνταμ δηλώσει ότι ορισμένες ρυθμίσεις έκτακτης ανάγκης του ολλανδικού δικαίου

εφαρμόζονται και διορισμένους διοικητές για να χειριστεί τις υποθέσεις του υποκαταστήματος,

συμπεριλαμβανομένων όλων των στοιχείων του ενεργητικού και τις συναλλαγές με τους πελάτες του υποκαταστήματος.

40 Στις 27 Οκτωβρίου 2008 και, εν συνεχεία, η FME έκανε δηλώσεις που προκάλεσαν μια

υποχρέωση για την ΔΕΘ για να κάνει τις πληρωμές σύμφωνα με το άρθρο 9 του νόμου αριθ.

98/1999 σχετικά με Εγγύησης Καταθέσεων και Ταμείο Αποζημίωσης Επενδυτών

πελάτες των καταστημάτων Landsbanki στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις Κάτω Χώρες.Το αρχικό

τρίμηνη προθεσμία για τις πληρωμές παραταθεί σύμφωνα με το άρθρο

10 (2) της οδηγίας έως τις 23 Οκτωβρίου 2009.

41 Στις 19 Νοεμβρίου 2008, το ΔΝΤ ενέκρινε μια διετή συμφωνία Stand-By του

2,1 δισ. δολάρια στην Ισλανδία. Σύμφωνα με το διακανονισμό, 827 εκατομμύρια δολάρια έγινε

άμεσα διαθέσιμα, με οκτώ επιπλέον δόσεις των 155 εκατ. δολαρίων για την

ακολουθήσουν. Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της ρύθμισης του ΔΝΤ ήταν η απαίτηση για

εισαγάγει αυστηρούς ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων για να αποτραπεί η περαιτέρω υποτίμηση του ισλανδικού

κορόνα. Ο διακανονισμός του ΔΝΤ βασίστηκε ορισμένες προβλέψεις ως προς το

ισοζυγίου πληρωμών και της βιωσιμότητας του χρέους.

42 Στα τέλη του 2008, η αποζημίωση των καταθετών καταβλήθηκαν στο πλαίσιο των Κάτω Χωρών και

Βρετανοί συστήματα εγγύησης των καταθέσεων. Όλοι οι κάτοχοι λογαριασμών λιανικής πώλησης στις Ηνωμένες

Βασίλειο έλαβε (ή σε ένα πολύ μικρό αριθμό περιπτώσεων, μειώθηκε) αποζημίωση

πληρωμές από την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, για την πλήρη αξία των καταθέσεών τους. Στο

Ολλανδία, η ολλανδική κυβέρνηση κατέβαλε όλα τα ιδιωτικά και χονδρικής λογαριασμό

κάτοχοι κατ ‘ανώτατο όριο των 100 000 ευρώ ανά καταθέτη.

43 Στις 28 Νοεμβρίου 2008, προσωρινοί περιορισμοί λογαριασμό κεφαλαίου επιβλήθηκαν σε

πρόληψη της περαιτέρω υποβάθμισης της κορόνας Ισλανδίας, ως ένα σημαντικό μέρος της

οικονομικό πρόγραμμα Ισλανδία ακολουθούνται κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της με το ΔΝΤ. Ο

ελέγχων κεφαλαίου περιορίζεται, σε γενικές γραμμές, όλα διεθνικά ξένο νόμισμα

μετακινήσεις εκτός εκείνων για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών. Ένα πολύ περιορισμένη

σειρά άλλων πράξεων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με την μετανάστευση, ήσαν επίσης

εξαιρούνται από τους ελέγχους.

– 11 –

44 Την ίδια ημέρα, η ισλανδική κυβέρνηση παρουσίασε τη Μόνιμη ΕΖΕΣ

Επιτροπή και η Μεικτή Επιτροπή του ΕΟΧ με τις κοινοποιήσεις των προστατευτικών

μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 43 ΕΟΧ. Ούτε η επιτροπή αντέδρασε αρνητικά στην

προστατευτικά μέτρα.

45 Τον Δεκέμβριο του 2008, το ισλανδικό κοινοβούλιο θέσπισε ένα Ειδικών Ερευνών

Επιτροπής (εφεξής «SIC») για να διερευνήσει και να αναλύσει τις διαδικασίες που οδηγούν

στην κατάρρευση των τριών κύριων τραπεζών στην Ισλανδία. Η έκθεση παραδόθηκε στις 12

Απριλίου 2010.

46 Μέχρι τον Μάρτιο του 2009, το 93% του εμπορικού τραπεζικού τομέα στην Ισλανδία είχε αποτύχει.

Η FME εκτιμά ότι από τον Οκτώβριο του 2008 στο σύνολο των τραπεζών που αντιπροσωπεύουν το 99% του

η ισλανδική τραπεζική αγορά αποτέλεσαν αντικείμενο είτε την εκκαθάριση ή την οικονομική

αναδιάρθρωσης.

47 Την 1η Απριλίου 2009, η Μόνιμη Επιτροπή της ΕΖΕΣ και η Μεικτή Επιτροπή του ΕΟΧ

κοινοποιήθηκαν από τις εξελίξεις σχετικά με τα μέτρα προστασίας.

48 Στις 9 Ιουνίου 2009, η απόφαση δέσμευσης στο Ηνωμένο Βασίλειο ήρθη.

49 Στις 4 Οκτωβρίου 2009, η ΔΕΘ δημοσίευσε στην ισλανδική Νομική της Κυβερνήσεως

καλώντας για απαιτήσεις που πρέπει να υποβληθεί μέσα σε δύο μήνες. Οι Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο

Οι κυβερνήσεις υπέβαλαν αιτήσεις, όπως έκανε ένας μικρός αριθμός άλλων καταθετών,

συμπεριλαμβανομένων τεσσάρων θεσμικών επενδυτών. Αργότερα η ΔΕΘ έγραψε σε όλα τα θεσμικά

επενδυτές για να τους ενημερώσει ότι είχε αρχίσει να καταβάλει αποζημίωση βάσει του νόμου

98/1999, και ζητεί την εκχώρηση οποιασδήποτε απαίτησης κατά τις ίδιες τις τράπεζες.

50 Στις 23 Οκτωβρίου 2009, η τελική προθεσμία για τις πληρωμές λήξει.

51 Το φθινόπωρο του 2009, ελέγχους στις εισροές κεφαλαίων στην Ισλανδία αφαιρέθηκαν.

Άλλοι έλεγχοι κεφαλαίων παρέμεινε στη θέση του. Εν τω μεταξύ, μια στρατηγική για τη σταδιακή

απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων εισήχθη. Οι έλεγχοι αυτοί ίσχυαν κατά

τα γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα διαδικασία έλαβε χώρα.

52 Στις 30 Οκτωβρίου 2009, 16 Ιουνίου του 2010 και την 1η Ιουλίου 2010, η μόνιμη ΕΖΕΣ

Επιτροπή και η Μεικτή Επιτροπή του ΕΟΧ περαιτέρω κοινοποιούνται τροποποιήσεις

τα προστατευτικά μέτρα. Καμία από αυτές τις κοινοποιήσεις είχαν ως αποτέλεσμα σε οποιαδήποτε κριτική

από τις επιτροπές.

53 Τον Μάρτιο του 2010, το Επαρχιακό Δικαστήριο του Άμστερνταμ αρθούν οι περιορισμοί σχετικά με την

Ολλανδία υποκατάστημα της Landsbanki.

54 Στις 14 Δεκεμβρίου 2011, στην υπόθεση E-3/11 Sigmarsson [2011] Ct ΕΖΕΣ. Δημ. 432,

το Δικαστήριο έκρινε ότι «ένα εθνικό μέτρο που εμποδίζει τα εισερχόμενα μεταφορά σε

Ισλανδία Ισλανδικό Kronur που αγοράζονται στην αγορά offshore είναι συμβατή με

Το άρθρο 43 (2) και (4) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, υπό περιστάσεις όπως αυτές της

υπόθεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ". Η παράγραφος 50 της εν λόγω αποφάσεως ορίζει ότι «[τ] ο

ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 43 (2) και (4) την έκκλησή του ΕΟΧ για μια σύνθετη

αξιολόγηση των διαφόρων μακροοικονομικών παραγόντων. Ως εκ τούτου, τα κράτη της ΕΖΕΣ πρέπει να απολαμβάνουν

– 12 –

ένα ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως, τόσο για να καθοριστεί αν είναι οι συνθήκες

πληρούνται, καθώς και η επιλογή των μέτρων που έχουν ληφθεί, καθώς τα μέτρα αυτά, σε πολλές περιπτώσεις

αφορούν θεμελιώδεις επιλογές της οικονομικής πολιτικής ».

III προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

55 Στις 26 Μαΐου 2010, ο ΕΟΔ εξέδωσε προειδοποιητική επιστολή στην Ισλανδία αντλείται από μια

αποτυχία να εξασφαλιστεί ότι καταθέτες της Icesave στις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο

Βασίλειο έλαβε την καταβολή του ελάχιστου ποσού της αποζημίωσης που προβλέπεται

στο άρθρο 7 (1) της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε, εντός των χρονικών ορίων που καθορίζονται

στο άρθρο 10 της οδηγίας, κατά παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το

Οδηγίας ή / και του άρθρου 4 του ΕΟΧ.

56 Ισλανδίας κλήθηκε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών από την παραλαβή

της εν λόγω επιστολής. Κατόπιν αιτήματος της ισλανδικής κυβέρνησης, ESA χορηγείται

παρατάσεις της προθεσμίας αυτής, πρώτα μέχρι τις 8 Σεπτεμβρίου 2010, στη συνέχεια, στις 7 Δεκεμβρίου

2010 και τέλος μέχρι τις 2 Μαΐου 2011.

57 Στις 2 Μαΐου 2011, η ισλανδική κυβέρνηση απάντησε στο έγγραφο οχλήσεως.

Στην απάντησή της, η ισλανδική κυβέρνηση υποστήριξε ότι δεν ήταν παραβίαση του της

υποχρεώσεις βάσει της οδηγίας ή του άρθρου 4 του ΕΟΧ.

58 Στις 10 Ιουνίου 2011, δισταχτικοί από την απάντηση της Ισλανδίας στην προειδοποιητική επιστολή,

ESA αιτιολογημένης γνώμης της στην Ισλανδία.

59 Στις 30 Σεπτεμβρίου 2011, η Ισλανδία απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη.

60 Στις 13 Δεκεμβρίου 2011, η Ισλανδία υπέβαλε συμπληρωματική επιστολή που περιείχε

περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την εκκαθάριση της περιουσίας Landsbanki, συμπεριλαμβανομένων

συνόψεις των πρόσφατων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ισλανδίας σχετικά με την

αναδιάταξη της προτεραιότητας των πιστωτών ότι η εκκαθάριση.

61 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Δεκεμβρίου 2011, η ESA άσκησε προσφυγή

σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 31 της συμφωνίας μεταξύ των χωρών ΕΖΕΣ

Μελών σχετικά με την σύσταση Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου

(Στο εξής "SCA"), προκειμένου να διαπιστωθεί ότι παραλείποντας να εξασφαλίσει την καταβολή των

το ελάχιστο ποσό της αποζημίωσης στους καταθέτες της Icesave στην Ολλανδία

και το Ηνωμένο Βασίλειο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 (1) της πράξης που αναφέρεται στο

σημείο 19α του παραρτήματος IX της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο εντός

οι προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 10 του νόμου, η Ισλανδία παρέλειψε να συμμορφωθεί

με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εν λόγω πράξη, και ιδίως τα άρθρα 3, 4, 7 και

10 ή / και του άρθρου 4 του ΕΟΧ και καταδικαστεί η καθής στα δικαστικά έξοδα της

διαδικασίας.

62 Στις 3 Φεβρουαρίου 2012, η ​​Ισλανδία ζήτησε παράταση της περιόδου κατά την οποία θα

καταθέσει την υπεράσπισή του. Αίτημα αυτό έγινε δεκτό από τον Πρόεδρο στις 6 Φεβρουαρίου

2012, θέτοντας προθεσμία για την υποβολή της υπεράσπισης της 8ης Μαρτίου 2012.

– 13 –

63 Με το υπόμνημα αντικρούσεως, που κατέθεσε στο Δικαστήριο στις 8 Μαρτίου 2012, η ​​Ισλανδία υποστηρίζει ότι η

Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και ζητεί να υποχρεωθεί η ESA δικαστικά του έξοδα.

64 Στις 28 Μαρτίου 2012, η ​​Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε να παρέμβει στην

υποστήριξη της ESA.

65 Στις 10 Απριλίου 2012, η ​​ESA υπέβαλε την απάντησή της στην άμυνα.

66 Στις 23 Απριλίου 2012, μετά από τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν τα μέρη, το Ευρωπαϊκό

Επιτροπή επετράπη να παρέμβει με διάταξη του Προέδρου.

67 Στις 7 Μαΐου 2012, η ​​þjóðar Samstaða (Εθνικής Ενότητας Συνασπισμός), μια ένωση

νηολογημένα στην Ισλανδία, ζήτησε να παρέμβει σύμφωνα με το άρθρο 36 του πρωτοκόλλου

5 την SCA για το καταστατικό του Δικαστηρίου της ΕΖΕΣ για τη στήριξη των αιτημάτων της

ζήτησε από την Ισλανδία.

68 Στις 9 Μαΐου 2012, η ​​Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υπέβαλαν γραπτές

παρατηρήσεις.

69 Στις 11 Μαΐου 2012, η ​​Ισλανδία υπέβαλε υπόμνημα ανταπάντησης. Την ίδια ημερομηνία, η

Κυβέρνηση του Λιχτενστάιν υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις.

70 Στις 15 Μαΐου 2012, η ​​κυβέρνηση των Κάτω Χωρών και της κυβέρνησης της

Νορβηγία υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις. Επίσης, η Ισλανδία υπέβαλε μια επείγουσα

ζητούν να λάβουν τις γραπτές παρατηρήσεις. Αυτό το αίτημα έγινε δεκτό από το

Γραμματέας στις 16 Μαΐου 2012.

71 Στις 23 Μαΐου 2012, η ​​Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε υπόμνημα

παρέμβασης.

72 Στις 15 Ιουνίου 2012, η ​​αίτηση παρεμβάσεως του Samstaða þjóðar ήταν

απέρριψε ως προδήλως απαράδεκτη με διάταξη του Προέδρου.

73 Στις 20 Ιουνίου 2012, η ​​Ισλανδία υπέβαλε την απάντησή της στην ανακοίνωση στην παρέμβαση

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

74 Γίνεται αναφορά στην έκθεση για την επ ‘ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά,

η διαδικασία, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων, τα οποία αναφέρονται ή

επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.

– 14 –

IV Η δράση

Επί του πρώτου λόγου: Υποχρέωση του αποτελέσματος

Επιχειρήματα των διαδίκων και της παρεμβαίνουσας

Η προσφεύγουσα

75 Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως είναι ότι, παραλείποντας να εξασφαλίσει την καταβολή της αποζημίωσης σε

Καταθέτες της Icesave έχουν καταθέσεις σε υποκαταστήματα της Landsbanki στο Ηνωμένο Βασίλειο και η

Ολλανδία εντός των χρονικών ορίων που καθορίζονται στην οδηγία, ο εναγόμενος έχει

παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 3, 4, 7 και 10 της οδηγίας.

76 ESA υποστηρίζει ότι η οδηγία επιβάλλει μια υποχρέωση αποτελέσματος για τον ΕΟΧ μέλη να

εξασφαλιστεί ότι ένα σύστημα εγγύησης των καταθέσεων που έχει συσταθεί είναι ικανή να εξασφαλίσει ότι,

η περίπτωση που οι καταθέσεις καθίστανται μη διαθέσιμες, το σύνολο των καταθέσεων κάθε καταθέτη

καλύπτονται σε όλες τις περιπτώσεις με το ποσό που καθορίζεται στο άρθρο 7 (1) της

Οδηγίας. Περαιτέρω, η υποχρέωση αποτελέσματος απαιτεί από τα κράτη να διασφαλίζουν ότι δεόντως

Οι αποδεδειγμένες απαιτήσεις καταθετών που καταβλήθηκαν εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 10

της οδηγίας.

77 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Ισλανδία δεν έχει εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις της, απλώς και μόνο με

τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο και τη συγκρότηση και την αναγνώριση ενός

σύστημα εγγύησης των καταθέσεων, χωρίς καμία σχέση με το αν η αποζημίωση των

καταθετών είναι, στην πραγματικότητα, διασφαλίζεται υπό τους όρους που προβλέπονται στην οδηγία.

78 Σύμφωνα με την ESA, η ερμηνεία αυτή της οδηγίας είναι σύμφωνη με τη νομολογία

του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «ΔΕΚ»). Στην ΕΟΔ

άποψη, όπως προκύπτει από την απόφαση C-222/02 Paul κ.λπ. [2004] ECR I-9425,

παραγράφους 26, 27 και 30, ότι το ΔΕΚ θεωρεί ότι τα άρθρα 7 και 10 της

Οδηγίας να απαιτούν ένα σαφές και ακριβές αποτέλεσμα που πρέπει να επιτευχθεί.

79 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι εναπόκειται στις εθνικές αρχές να προσδιορίζουν

πώς να επιτύχουν το αποτέλεσμα που επιδιώκει η οδηγία, κατά τον τρόπο που κρίνουν

καταλληλότερη. Στην προκειμένη περίπτωση, αν όλα τα άλλα αποτύχουν, προκειμένου να εκπληρώνει τις

καθήκοντα σύμφωνα με την οδηγία, το κράτος του ΕΟΧ η ίδια μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για το

αποζημίωση των καταθετών στο ποσό που προβλέπεται στο άρθρο 7 του

Οδηγίας.

80 Στο πλαίσιο αυτό, ο ΕΟΔ επισημαίνει ότι στην εκτίμηση των επιπτώσεων, της 12ης Ιουλίου 2010 (βλ.

Έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής – Εκτίμηση των επιπτώσεων της 12ης Ιουλίου 2010,

SEC (2010) 834/2? Εξής: "Εκτίμηση των επιπτώσεων"), οι υπηρεσίες της Επιτροπής

ορίζονται διάφορα μέσα χρηματοδότησης ενός ταμείου εγγύησης των καταθέσεων, συμπεριλαμβανομένων των εκ των προτέρων

συνεισφορές, εκ των υστέρων εισφορές, κρατικά δάνεια και άμεσες παρεμβάσεις του κράτους.

Ωστόσο, η ίδια η οδηγία δεν διευκρινίζει πώς ταμεία εγγύησης των καταθέσεων

θα πρέπει να χρηματοδοτηθεί.

81 Επιπλέον, η ESA υποστηρίζει ότι εξαιρετικές περιστάσεις, όπως η οικονομική κρίση

του μεγέθους εμπειρία στην Ισλανδία, δεν μπορεί να μεταβάλει την υποχρέωση να

– 15 –

αντιστάθμιση των καταθετών, σύμφωνα με το άρθρο 7 (1) της οδηγίας. Με

Αντιθέτως, το άρθρο 10 (2), της οδηγίας αναφέρει ρητά "εξαιρετική

περιστάσεις ", όπως επιτρέπει για ορισμένες επεκτάσεις της προθεσμίας για την καταβολή της

αποζημίωση. Έτσι, κατά την άποψη της ESA, η επίδραση των «εξαιρετικών περιστάσεων» είναι

περιορίζονται στο να αιτιολογήσουν ορισμένες καθυστερήσεις πληρωμών.

82 ESA ισχυρίζεται ακόμη ότι η ΔΕΘ αποτελεί προέκταση του ισλανδικού κράτους εντός

η έννοια της συμφωνίας για τον ΕΟΧ και, ως εκ τούτου, οποιαδήποτε αθέτηση της εν λόγω

ίδρυμα είναι άμεσα με το κράτος τόσο στο νόμο και στην πράξη.

83 Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, το δόγμα της ανωτέρας βίας δεν ισχύει στην

προκειμένη περίπτωση και, εν πάση περιπτώσει, δεν απαλλάσσει την Ισλανδία από τις υποχρεώσεις που υπέχει

η οδηγία.

84 Η προσφεύγουσα δέχεται ότι ένα κράτος εισφορά κεφαλαίου για να αναχρηματοδοτήσει ένα depositguarantee

σύστημα μπορεί να συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 61

ΕΟΧ. Κατά την άποψή της, όμως, αυτό φαίνεται να είναι συμβατή με τις κρατικές ενισχύσεις

κανόνες. Η προσφεύγουσα παρατηρεί, εξάλλου, ότι οι ισλανδικές αρχές δεν

προσέγγισε για να συζητήσουν τη συμβατότητα οποιασδήποτε μορφής κρατικής παρέμβασης σε

αυτή η υπόθεση. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι οι κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις δεν περιορίζουν την

καθού από τη μεταφορά των εθνικών καταθέσεις στη Νέα Landsbanki.

Η παρεμβαίνουσα

85 Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η οδηγία δεσμεύει τα κράτη μέλη του ΕΟΧ

και όχι για τους φορείς που δημιουργούνται από τα κράτη μέλη προκειμένου να συμμορφωθούν με

υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τις εν λόγω οδηγίες.

86 Στην προκειμένη περίπτωση, η οδηγία επιβάλλει υποχρεώσεις αποτελέσματος για τα κράτη ΕΟΧ, σχετικά με το

βάση το γράμμα των άρθρων 3, 4, 7 και 10 της οδηγίας.

87 Η παρεμβαίνουσα ισχυρίζεται ότι, μετά την καθιέρωση του καθεστώτος, οι υποχρεώσεις της

αποτέλεσμα περιλαμβάνουν την υποχρέωση να διασφαλίσει ότι το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων είναι

ικανή να εξασφαλίσει την αποπληρωμή των καλυμμένων καταθέσεων. Στην περίπτωση μιας τράπεζας

κατάρρευση, οι καταθέτες καλύπτονται κατ ‘ανώτατο όριο των 20 000 ευρώ. Κατά την άποψη της

παρεμβαίνουσα, αν ένα σύστημα εγγύησης των καταθέσεων δεν έχει επαρκή χρηματοδότηση, η

Ενδιαφερόμενο κράτος μέλος πρέπει να θεωρηθεί ότι παραβίασε την οδηγία.

88 Κατά την άποψή της, οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα στερούσε τη διάταξη αναποτελεσματική σε

επιτύχει το στόχο της οδηγίας, δηλαδή, να παρέχει εγγύηση στους καταθέτες

όταν οι καταθέσεις καθίστανται μη διαθέσιμες, καθώς οι καταθέτες δεν θα είναι σε θέση να βασίζονται σε

συστήματα εγγύησης των καταθέσεων. Μια τέτοια ερμηνεία δεν θα κατορθώσει να επιτύχει το

σκοπό την εξασφάλιση της προστασίας τελευταία λύση.

89 Η παρεμβαίνουσα συμμερίζεται την εκτίμηση του αιτούντος, δηλαδή, ότι η ερμηνεία αυτή

είναι σύμφωνη με τη νομολογία του ΔΕΚ. Κατά την άποψη της παρεμβαίνουσας, η υποχρέωση του

αποτέλεσμα μπορεί να συναχθεί σαφώς από τον Paul κ.λπ. (όπ.π.).

– 16 –

90 Η παρεμβαίνουσα τονίζει ότι ΕΟΧ κράτη μέλη είναι ελεύθερα να αποφασίσουν πώς depositguarantee

Τα προγράμματα χρηματοδοτούνται προκειμένου να πληρώσει αποζημίωση σύμφωνα με

η οδηγία. Κατά την άποψή της, ένα κράτος μπορεί να καθορίσει, για παράδειγμα, ότι η

υπόλοιπες τράπεζες, καθώς και νεοσύστατη τράπεζες, υποχρεούνται να συμβάλλουν στην

αναχρηματοδότησης του συστήματος στο βαθμό που απαιτείται για την εξασφάλιση της αποπληρωμής του

καταθετών, ή ότι τα συστήματα πάρουν μακροπρόθεσμα δάνεια με επιτόκια αγοράς.

91 Οι επιλογές αυτές θα αντικατοπτρίζει το στόχο που εκφράζεται στην αιτιολογική σκέψη 23 του προοιμίου

της οδηγίας, δηλαδή, ότι το κόστος των συστημάτων αυτών πρέπει, κατ ‘αρχήν, να

βαρύνουν τα πιστωτικά ιδρύματα.

92 Κατά την παρεμβαίνουσα, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, ωστόσο, ότι μια

Μέλος του ΕΟΧ δεν έχει άλλη επιλογή από το να καταφύγουν σε κρατική χρηματοδότηση. Επαναλαμβάνει ότι

Αυτό είναι ένα θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του κράτους του ΕΟΧ η ίδια.

93 Η παρεμβαίνουσα υποστηρίζει ότι καμία διάταξη της οδηγίας επιτρέπει στα κράτη του ΕΟΧ να

αγνοούν τους κανόνες της σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπως η οικονομική κρίση. Στην ανακοίνωσή της

άποψη, η οδηγία επινοήθηκε ακριβώς για να ασχοληθεί με το έκτακτο γεγονός

της πτώχευσης μιας τράπεζας, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης κατά την οποία εποπτεία δεν έχει αποδειχθεί

επαρκής για να σώσει μια τράπεζα. Ο Ευρωπαίος νομοθέτης δεν περιλαμβάνει καμία πρόσθετη

παρέκκλισης πέρα ​​και πάνω από ό, τι προβλέπεται στο άρθρο 10 (2) της οδηγίας.

94 Εξάλλου, η παρεμβαίνουσα θεωρεί ότι, βάσει της νομολογίας, η

καθού ανωτέρας βίας λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

95 Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η παρούσα υπόθεση αφορά την υποχρέωση των

ένα κράτος του ΕΟΧ στο πλαίσιο της οδηγίας για τη διασφάλιση της αποζημίωσης που προβλέπεται από το

Οδηγίας. Οποιαδήποτε ευθύνη του κράτους έναντι των αναληφθεισών ιδιώτες καταθέτες για να μην έχουν

διασφαλίζεται η αποζημίωση που προβλέπει η οδηγία είναι ένα διαφορετικό θέμα.Τέτοιος

ευθύνης θα πρέπει να καθορίζονται από το εθνικό δικαστήριο.

Ο κατηγορούμενος

96 Η καθής υποστηρίζει ότι η οδηγία δεν επιβάλλει καμία υποχρέωση αποτελέσματος για ένα

Μελών του ΕΟΧ να χρησιμοποιήσει τους ίδιους πόρους της, προκειμένου να διασφαλιστεί η καταβολή του ενός depositguarantee

συστήματος σε περίπτωση που «όλα τα άλλα αποτύχουν". Οι υποχρεώσεις

κατά του κράτους περιορίζονται στη διασφάλιση της ορθής εγκατάστασης, την αναγνώριση και

ορισμένες επίβλεψη ενός συστήματος εγγύησης των καταθέσεων.

97 Εξάλλου, η καθής υποστηρίζει ότι καμία διάταξη της οδηγίας δεν προκύπτει ότι

οποιαδήποτε μορφή κρατικής εγγύησης ή την κρατική χρηματοδότηση που απαιτείται βάσει της οδηγίας,

Ειδικότερα, όταν ένα καθεστώς εγγυήσεων δεν είναι σε θέση να καταβάλει αποζημίωση. Τοποθετεί ένα

υποχρέωση του κράτους να δημιουργήσει και να επιβλέπει ένα σύστημα εγγύησης των καταθέσεων,

αλλά δεν υπάρχει καμία απολύτως πρόταση ότι πρέπει να καταβάλει αποζημίωση.

98 αιτιολογικές σκέψεις 4, 23 και 25 του προοιμίου της οδηγίας να καταστήσει σαφές ότι η χρηματοδότηση

για τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων θα προέλθει από τις τράπεζες.Ωστόσο, η

– 17 –

περίπτωση αιτούντος μετατρέπει την οδηγία από ένα μέτρο που χρηματοδοτούνται από τις τράπεζες σε

ένα μέτρο που επιβάλλει τεράστιες δυνατότητες υποχρεώσεις για το κράτος.

99 Το άρθρο 7 (6) της οδηγίας είναι η μόνη λειτουργική διάταξη που ασχολείται με το

το σενάριο ότι ένα σύστημα εγγύησης των καταθέσεων μπορεί να είναι σε θέση να πληρώσουν τα κατάλληλα προσόντα

αξιώσεις. Ωστόσο, η λύση που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή σε περίπτωση μη πληρωμή

είναι μια δράση κατά του καθεστώτος και όχι το κράτος του ΕΟΧ.

100 Ο μοναδικός σκοπός της αιτιολογικής σκέψης 24 του προοιμίου της οδηγίας είναι να αποκλειστούν οι κρατικές

ευθύνη σε περίπτωση που η αποζημίωση των καταθετών, όπως επιβεβαιώθηκε από το Δικαστήριο της

απόφαση Paul κ.λπ., και ιδίως από τη γερμανική έκδοση του εν λόγω

αιτιολογική σκέψη.

101 Όσον αφορά τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας ότι δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι

η ΔΕΘ δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει με τη σχεδόν ολοκληρωτική αποτυχία των τραπεζών της Ισλανδίας, στο

γνώμη της καθής, αυτό δεν δείχνει καμία παράλειψη εκ μέρους του να υλοποιήσει

Οδηγίας σωστά. Υποστηρίζει – και ισχυρίζεται ότι βρίσκουν ιδιαίτερη υποστήριξη της

επιχείρημα για την εκτίμηση των επιπτώσεων – ότι κανένα σύστημα εγγύησης των καταθέσεων θα μπορούσε να

έχουν καταφέρει με μια τέτοια ευρεία κλίμακα τραπεζικών αποτυχία.

102 Η καθής υποστηρίζει ότι, αν η υποχρέωση αποτελέσματος που επιβάλλονται από την οδηγία

ήταν ότι το κράτος πρέπει να εξασφαλίζει την καταβολή αποζημίωσης, σε ό, τι

περιστάσεις, στη συνέχεια, αν όλα τα άλλα αποτύχουν, το κράτος θα πρέπει να βήμα in Αυτό θα

είναι η υπόθεση δεν έχει σημασία πόσο πολλές υποθετικές επιλογές που ένα κράτος έχει. Η λογική της

επιχείρημα αιτούντος – έτσι η καθής – είναι ότι το κράτος έχει μείνει χωρίς

επιλογή καθόλου αν θα χρησιμοποιήσει τους πόρους της για να χρηματοδοτήσει ένα σύστημα εγγύησης των καταθέσεων – σε

τουλάχιστον όταν όλος άλλος αποτυγχάνει.

103 Η καθής υποστηρίζει ότι οποιαδήποτε προσπάθεια να αναδοχή εγγύησης των καταθέσεων

σύστημα χρησιμοποιώντας τους πόρους του κράτους δημιουργεί τα δικά της προβλήματα. Αυτές περιλαμβάνουν

τεράστιο κόστος για το κράτος, τον ηθικό κίνδυνο από την πλευρά των τραπεζών, και μία σύνδεση

μεταξύ των υποχρεώσεων των τραπεζών και την οικονομική έκθεση του κράτους. Ότι

είδος της σύνδεσης μπορεί να έχει πολύ σοβαρές συνέπειες. Μια σοβαρή οικονομική κρίση εύκολα

μετατρέπεται σε μια πιθανή χρεοκοπία.

104 Κατά την άποψη της καθής, όπου διαδεδομένη τραπεζική αποτυχία λαμβάνει χώρα, άλλα

Τα εργαλεία πολιτικής που απαιτούνται. Συναφώς, επισημαίνει ότι η Επιτροπή είναι

λαμβάνοντας υπόψη μια δέσμη των μεταρρυθμίσεων για την εποπτεία του τραπεζικού τομέα στην Ευρώπη, η οποία έχει ως στόχο να

να ενισχύσει τα διαθέσιμα μέτρα. Κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων, ιδίως, θα επιτρέψει την

αιτούντα να εξασφαλίσει ότι κάθε ένεση κρατικών κεφαλαίων στο τραπεζικό σύστημα δεν είναι

πιο εκτεταμένη από ό, τι πρέπει να είναι, και ότι η ενιαία αγορά δεν είναι επιζήμιο

επηρεάζονται.

105 Η καθής παρατηρεί ότι η ερμηνεία της οδηγίας που προέβαλε η

προσφεύγουσας στηρίζεται στον στόχο της προστασίας των καταναλωτών. Ωστόσο, κατά την άποψή της,

μέτρα για την προστασία των καταναλωτών πρέπει πάντοτε να υπάρχει ισορροπία μεταξύ του κόστους και των

οφέλη. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, το δίκαιο του ΕΟΧ αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών

προστασίας, αλλά δεν είναι το υψηλότερο δυνατό. Αν η προσέγγιση της προσφεύγουσας ήταν να

– 18 –

επικρατούν, αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρούς κινδύνους και επιβαρύνσεις για τα κράτη ΕΟΧ, πέρα ​​από

περισυλλογή τους, όταν εκδόθηκε η οδηγία. Τελικά, αυτό θα μπορούσε να είναι η

το βάρος των ίδιων των καταναλωτών.

106 Η καθής υποστηρίζει ότι το αν ή όχι η ΔΕΘ αποτελεί προέκταση του κράτους

δεν έχει καμία σημασία για την παρούσα υπόθεση.

107 Η καθής συνάγει από την εκτίμηση των επιπτώσεων που μια ένεση κράτους

πόρων στο τραπεζικό σύστημα όπως το επίμαχο στην παρούσα υπόθεση ισοδυναμεί

για τις κρατικές ενισχύσεις. Ως εκ τούτου, ήταν ένα κράτος του ΕΟΧ υποχρέωση να

πληρωμές αυτού του είδους ως αυτόματη συνέπεια της οδηγίας, εφόσον «όλα τα άλλα αποτύχουν", η

Κρατική εγγύηση θα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εποπτείας των κρατικών ενισχύσεων.

108 Στο πλαίσιο αυτό, η καθής παρατηρεί ότι η Επιτροπή στην πρότασή της για

η αρχική οδηγία και την εκτίμηση των επιπτώσεων του 2010 αναγνωρίζεται ότι οι δημόσιες

χρηματοδότηση τομέα θα υπόκειται στους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων και ότι δεν θα υπάρξει

υποχρέωση παροχής αυτών. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι προφανώς υπάρχει πεδίο

για σοβαρές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην περίπτωση που ένα κράτος bails μια εγγύησης των καταθέσεων

καθεστώς – στην πραγματικότητα επιδοτούν τις τράπεζες. Κατά την άποψή της, οι κανόνες κρατικών ενισχύσεων είναι εκεί για να

εξασφαλιστεί ότι αυτό το είδος της δραστηριότητας ρυθμίζεται από τον αιτούντα.

109 Επικουρικώς, η καθής υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν η οδηγία ήταν να

επιβάλλουν αυστηρές υποχρεώσεις για το κράτος να χρηματοδοτήσει το σύστημα εγγύησης σε περίπτωση

κατάρρευσης της, δεν είχε τη δυνατότητα να το πράξει από λόγους ανωτέρας βίας .

Άλλοι συμμετέχοντες να υποβάλουν γραπτές παρατηρήσεις

Λιχτενστάιν

110 Λιχτενστάιν ερμηνεύει τη διατύπωση της πρότασης οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με

συστήματα εγγύησης των καταθέσεων να δείξει ότι η οδηγία αποσκοπεί στην αντιμετώπιση

με την αποτυχία των επιμέρους τραπεζών? όχι με την κατάρρευση ενός ολόκληρου του τραπεζικού

συστήματος. Λιχτενστάιν ισχυρίζεται ότι δεν είχε προβλεφθεί ότι μια γενική και

αυτόματη ευθύνη του κράτους να καλύπτει το κόστος της αποτυχίας του συνόλου

τραπεζικό σύστημα θα προκύψουν από την οδηγία.

Οι Κάτω Χώρες

111 Η Κάτω Χωρών υποστηρίζει ότι η υποχρέωση να συμμορφωθεί με το αίτημα αποτέλεσμα

η οδηγία προκύπτει τόσο από τις γενικές υποχρεώσεις βάσει του δικαίου του ΕΟΧ και η

υποχρέωση του κράτους σε σχέση με την οδηγία. Οι Κάτω Χώρες θεωρούν ότι

Η άμυνα της ανωτέρας βίας δεν είναι διαθέσιμο στην Ισλανδία, δεδομένου ότι μπορεί να στηρίζεται μόνο σε

παρεκκλίσεις που προβλέπονται από την ίδια την οδηγία. Αλλά ακόμη και αν η οδηγία έπρεπε να

επιτρέπουν μια ανωτέρας βίας άμυνας, κατά την άποψη των Κάτω Χωρών, η Ισλανδία δεν μπορούν να

επικαλεστεί όπως παρέλειψε να κοινοποιήσει ESA των δυσκολιών του και δεν υποδηλώνουν

κατάλληλες λύσεις. Επιπλέον, οι Κάτω Χώρες υποστηρίζουν ότι η οικονομική

δυσκολίες δεν μπορεί να γίνει δεκτή ως αιτιολογία βάσει του δικαίου ΕΟΧ, ώστε να είναι δυνατή

– 19 –

οικονομικές δυσκολίες ως άμυνα θα αποδυναμώσει άδικα την αποτελεσματικότητα της

Οδηγίας.

112 Κατά την άποψη των Κάτω Χωρών, της Ισλανδίας παρέβη εν πάση περιπτώσει, για να αποδειχθεί μια δύναμη

ανωτέρας άμυνα επί της ουσίας, δεδομένου ότι προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία που είναι σε μεγάλο βαθμό γενική

στη φύση και με βάση τον ισχυρισμό και όχι σε αποδείξεις. Επιπλέον, η Ισλανδία επίσης απέτυχε

να αποδείξει ότι υπήρξε μια «απόλυτη αδυναμία» της δημιουργίας οποιασδήποτε μορφής

σύστημα εγγύησης των καταθέσεων που θα ήταν ικανό να εξασφαλίσει το αποτέλεσμα

που επιδιώκει η οδηγία.

Νορβηγία

113 Νορβηγία ισχυρίζεται ότι η γενική και αυτόματη η ευθύνη του κράτους

αποζημίωση των καταθετών ως έσχατη λύση θα επιβάλει σημαντικές οικονομικές

επιβάρυνση για τα κράτη του ΕΟΧ. Χωρίς σαφή και ακριβή διατύπωση της οδηγίας, η

ύπαρξη μιας τέτοιας υποχρεώσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί. Η υποχρέωση των εν λόγω είδος στο

το μέρος των κρατών ΕΟΧ δεν προκύπτει από το προοίμιο της οδηγίας, ή

οι προπαρασκευαστικές εργασίες. Επιπλέον, η αιτιολογική σκέψη 24 του προοιμίου της οδηγίας

φαίνεται να αποκλείει την αυτόματη ευθύνη των κρατών.

Το Ηνωμένο Βασίλειο

114 Το Ηνωμένο Βασίλειο ερμηνεύει την οδηγία ως επιβολή υποχρέωσης για τον ΕΟΧ

Μέλη να διασφαλίσουν ότι οι σχετικές συστήματα εγγύησης των καταθέσεων θα πρέπει να πληρώσουν

προβλέπεται αποζημίωση σε κάθε επιλέξιμο επενδυτή εντός της ισχύουσας προθεσμίας

σε περίπτωση μη διαθεσιμότητας των καταθέσεων, κατά την έννοια της οδηγίας.

115 Το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται ότι τα επιχειρήματα που σχετίζονται με τηνανωτέρα βία πρέπει να είναι

απέρριψε ως κράτος του ΕΟΧ μπορεί να στηρίζεται μόνο στις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο

Οδηγία η ίδια. Ήταν ανωτέρας βίας διαθέσιμο ως υπεράσπιση, ο κατηγορούμενος θα

πρέπει να ενημερώνει τον αιτούντα για τις δυσκολίες της και να προτείνει τις κατάλληλες λύσεις.

116 Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει, επίσης, ότι η καθής δεν μπόρεσε να αποδείξει την άμυνά της στο

τα πλεονεκτήματα σε αυτό παρέλειψε να αποδείξει ότι θα ήταν απολύτως αδύνατο

για να διαπιστώσει οποιαδήποτε μορφή του καθεστώτος εγγύησης καταθέσεων δυνάμει της οδηγίας. Ο

Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσφέρει η καθής

στήριξη της επιχειρηματολογίας της ήταν σε μεγάλο βαθμό γενικού χαρακτήρα και βασίζονται σε ισχυρισμούς και όχι

από αποδεικτικά στοιχεία.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

117 Για τους σκοπούς του πρώτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να εκτιμηθεί κατά πόσο σε μια συστημική

κρίση του μεγέθους εμπειρία στην Ισλανδία η ίδια η οδηγία προβλέπει ότι

ο εναγόμενος θα πρέπει να έχουν εξασφαλίσει την καταβολή στους καταθέτες των υποκαταστημάτων της Icesave

στις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με τα άρθρα 3, 4, 7

και 10 της οδηγίας. Επιπλέον, πρέπει επίσης να εξεταστεί αν η

καθής παρέβη την προβαλλόμενη υποχρέωση αποτελέσματος.

– 20 –

118 Το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει, καταρχάς, ότι η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων μπορεί να βρεθεί

μόνο εάν υπάρχει, κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη, η

κατάσταση που αντίκειται στο δίκαιο του ΕΟΧ που είναι αντικειμενικά να αποδοθεί στο κράτος του ΕΟΧ

ενδιαφερόμενο (βλέπε, για παράδειγμα, υπόθεση E-8/11 ESA v Ισλανδία [2011] ΕΖΕΣ Ct. Δημ.

467, σκέψη 34).

119 Κατά συνέπεια, η φύση του αποτελέσματος που πρέπει να επιτευχθεί καθορίζεται από το

ουσιαστικές διατάξεις του ατόμου εν λόγω οδηγίας.

120 Δεδομένου ότι η πρώτη λόγος αφορά το ζήτημα αν η προβαλλόμενη υποχρέωση αποτελέσματος

προκύπτει άμεσα από την οδηγία, θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι, όπως ορίζεται στο

Το άρθρο 7 της συμφωνίας ΕΟΧ, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των οδηγιών είναι ακριβώς ότι

που προορίζονται να επιτύχουν ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, ενώ αφήνει στα κράτη μέλη του ΕΟΧ

και των εθνικών τους αρχών τρόπο επίτευξης αυτού του στόχου. Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει ένα

γενική υποχρέωση για τα κράτη του ΕΟΧ να διασφαλίσουν ότι οι διατάξεις της οδηγίας

είναι πλήρως αποτελεσματικός.

121 Ευρωπαϊκή νομοθετική πρακτική αποδεικνύει ότι μπορεί να υπάρχουν μεγάλες διαφορές στην

τύπους των υποχρεώσεων που οι οδηγίες επιβάλλουν σε χώρες του ΕΟΧ και, συνεπώς, σε

τα αποτελέσματα που πρέπει να επιτευχθούν. Ορισμένες οδηγίες απαιτούν τη λήψη νομοθετικών μέτρων

που πρέπει να ληφθούν σε εθνικό επίπεδο και η συμμόρφωση με τα εν λόγω μέτρα να είναι η

υπόκειται σε δικαστικό ή διοικητικό έλεγχο. Άλλες οδηγίες ορίζουν ότι η

ΕΟΧ κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλιστεί η επίτευξη ορισμένων στόχων

Οι διατυπωμένες κατά τρόπο γενικό και όχι προσδιορίσιμο επιτευχθεί, αφήνοντας τους

κάποια διακριτική ευχέρεια ως προς τη φύση των μέτρων που πρέπει να ληφθούν.Ωστόσο, άλλες οδηγίες

απαιτούν από τα κράτη ΕΟΧ για τη λήψη πολύ συγκεκριμένα αποτελέσματα μετά από ένα ορισμένο

περίοδο (συγκρίνετε υπόθεση C-60/01 Επιτροπή κατά Γαλλίας [2002], σ. I-5679,

παραγράφους 26 έως 28, και τη νομολογία και τα παραδείγματα που παρατίθενται).

122 Υπενθυμίζεται εν προκειμένω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 1 για τον ΕΟΧ

Συμφωνία, τα προοίμια των πράξεων που αναφέρονται στα παραρτήματα δεν είναι προσαρμοσμένες για

για τους σκοπούς της συμφωνίας. Είναι σημαντικά στο βαθμό που είναι αναγκαίο για την

ορθή ερμηνεία και εφαρμογή, στο πλαίσιο του ΕΟΧ

Συμφωνίας, των διατάξεων που περιέχονται σε αυτές τις πράξεις (βλέπε, για παράδειγμα, αποφάσεις

E-14/11 DB Schenker κατά ESA , απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2012, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί,

σκέψη 125).

123 Εξάλλου, πρέπει να προστεθεί ότι το ζήτημα αν ένα κράτος του ΕΟΧ υποχρεούται

να προβλέπουν την καταβολή αποζημίωσης για ζημίες που προκαλούνται στους ιδιώτες, ως αποτέλεσμα

παράβασης των υποχρεώσεων δυνάμει της συμφωνίας ΕΟΧ για τις οποίες το κράτος μπορεί να

ευθύνεται (βλέπε, για παράδειγμα, απόφαση Ε-9/97 Sveinbjörnsdóttir [1998] ΕΖΕΣ

Ct. Δημ. 95, σκέψεις 62 και 63, και απόφαση του E-2/12 HOB-vín III , απόφαση της 11ης

Δεκεμβρίου 2012, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, σκέψεις 117 επ.). Βρίσκεται εκτός του πεδίου εφαρμογής της

η παρούσα δίκη.

– 21 –

Η οδηγία

124 Κατ ‘αρχάς, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, ως αποτέλεσμα της κρίσης, την κανονιστική

πλαίσιο του χρηματοπιστωτικού συστήματος έχει αποτελέσει αντικείμενο αναθεώρησης και τροποποίησης σε

προκειμένου να ενισχυθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Όσον αφορά την οδηγία, οι τροποποιήσεις αυτές

ασχολήθηκε, μεταξύ άλλων , με τη βελτίωση της προστασίας των καταθετών και η

διατήρηση της εμπιστοσύνης των καταθετών στο οικονομικό δίχτυ ασφάλειας (βλ. οδηγία

2009/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2009

την τροποποίηση της οδηγίας 94/19/ΕΚ περί των συστημάτων εγγυήσεως των καταθέσεων όσον αφορά το

επίπεδο κάλυψης και την καθυστέρηση pay-out, ΕΕ 2009, L 68, σ.. 3). Ωστόσο, η

αποφάσεως στην παρούσα υπόθεση πρέπει να βασίζεται στην οδηγία, όπως διαμορφώθηκε κατά τη

συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Στη συνέχεια, δεν περιλαμβάνει αυτές τις τροπολογίες και η βελτιωμένη

προστασία των καταθετών. Οι αναθεωρήσεις αυτές δεν είναι ακόμη μέρος της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

125 Ο σκοπός της οδηγίας είναι, από τη μία πλευρά, η ελευθερία του

εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τραπεζικό τομέα, καθώς και η

σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος και της προστασίας των αποταμιευτών, από την άλλη (συγκρίνετε

τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Léger στην υπόθεση C-233/94, Γερμανία κατάΚοινοβουλίου

και του Συμβουλίου [1997] ECR I-2405, σκέψη 35).

126 Αυτή η διπλή στόχος εκφράζεται με την πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, το οποίο ορίζει

ότι η αρμονική ανάπτυξη των δραστηριοτήτων των πιστωτικών ιδρυμάτων

σε όλη την Κοινότητα θα πρέπει να προωθηθούν μέσω της εξάλειψης όλων των

περιορισμούς στο δικαίωμα εγκατάστασης και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών,

ταυτόχρονη ενίσχυση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος και της προστασίας των αποταμιευτών. Σε

αυτή την άποψη, η επίδραση των μηχανισμών που προβλέπονται από την οδηγία είναι η πρόληψη

τα κράτη ΕΟΧ να επικαλούνται την προστασία των καταθετών προκειμένου να εμποδίζουν την

δραστηριοτήτων των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε άλλα κράτη μέλη του ΕΟΧ (βλ., για

Συγκριτικά, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου , σκέψη 19).

127 Εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι πρόσφατες ευρωπαϊκές ρυθμιστικές πολιτικές στο

σχετικό πεδίο βασίζονται στις αρχές της αμοιβαίας αναγνώρισης και ενός "ενιαίου

διαβατήριο "μηχανισμό που επιτρέπει στους διαχειριστές των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών νομίμως

εγκατεστημένοι σε ένα κράτος του ΕΟΧ για τη δημιουργία ή / και να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε άλλα

Μέλη του ΕΟΧ χωρίς περαιτέρω απαιτήσεις αδειοδότησης (βλέπε, για παράδειγμα, οι αιτιολογικές σκέψεις

6 και 7 του προοιμίου της οδηγίας).

128 Υπό το πρίσμα της ρητής αναφοράς που γίνεται με το σύστημα της ενιαίας άδειας, η

Οδηγία πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελούν ένα κομμάτι ενός ρυθμιστικού

πλαισίου για τις τράπεζες και άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (βλ., κατ ‘αναλογία , απόφαση της

E-17/11 Aresbank , απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2012, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, σκέψεις

86-95).

129 ήσυχοι ρυθμίζεται και ασφαλή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είναι αποφασιστικής σημασίας για την

χρηματοπιστωτική σταθερότητα στον ΕΟΧ. Ως εκ τούτου, η ευρωπαϊκή στρατηγική στοχεύει στην

τη θέσπιση ενός κοινού ρυθμιστικού πλαισίου που θα εξασφαλίζει την προληπτική εποπτεία και

την προστασία των καταναλωτών σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά.

– 22 –

130 Όπως προκύπτει από το άρθρο 3 (1) της οδηγίας προκύπτει ότι ένα κράτος του ΕΟΧ είναι κάτω από ένα

την υποχρέωση να εξασφαλίσει ότι εντός του εδάφους ενός ή περισσοτέρων εγγύηση των καταθέσεων

Τα συστήματα και να αναγνωριστούν επίσημα.

131 Το σύστημα που θεσπίστηκε με το άρθρο 3 (1) της οδηγίας δεν είναι μία από τις απόλυτες

περιορισμό. Αφήνει τα κράτη ΕΟΧ ελεύθερα να θεσπίσουν και να αναγνωρίσουν αρκετές

συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων στο έδαφός τους, επιτρέποντας έτσι την πιστωτική

ιδρύματα να επιλέξετε το μοντέλο που θα ταιριάζουν καλύτερα. Η Επιτροπή

πρόταση οδηγίας ορίζει ρητώς ότι «[α] θιγόμενοι λαμβάνει τη διαβεβαίωση

ότι οι μηχανισμοί χρηματοδότησης ήταν επαρκώς υγιής για να εξοφλήσει όλους τους καταθέτες

καλύπτονται, συμπεριλαμβανομένων και αυτών σε υποκαταστήματα σε άλλο κράτος μέλος, δεν ήταν

θεωρείται αναγκαίο να εναρμονιστούν οι κανόνες που συνδέονται στενά με την

διαχείριση των εν λόγω συστημάτων "(πρόταση της Επιτροπής για μια οδηγία

Οδηγία περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων, COM (92) 188 τελικό, σ..8).

132 Σύμφωνα με το άρθρο 3 (2) έως (5) της οδηγίας, οι αρμόδιες εθνικές αρχές

που έχουν εκδώσει άδειες για τα πιστωτικά ιδρύματα – σε συνεργασία με το

σύστημα εγγύησης των καταθέσεων – υποχρεούνται να διασφαλίζουν ότι τα πιστωτικά ιδρύματα συμμορφώνονται

με τις υποχρεώσεις τους ως μέλη του συστήματος. Ανάλογα με την περίπτωση, σύμφωνα με το

όρους που καθορίζονται στο άρθρο 3 (5) της οδηγίας, θα πρέπει να εκδώσει απόφαση

ανάκλησης της άδειας του εν λόγω θεσμού.

133 Όπως αποφάνθηκε το ΔΕΚ στις Paul κ.λπ. , ο σκοπός των διατάξεων αυτών είναι να

εγγυάται στους καταθέτες ότι το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο κάνουν τους

καταθέσεις ανήκει σε ένα σύστημα εγγύησης των καταθέσεων και εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της. Αυτό

εξασφαλίζουν την προστασία του δικαιώματός τους για αποζημίωση σε περίπτωση που τους

καταθέσεις δεν είναι διαθέσιμες, σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στην οδηγία

και πιο συγκεκριμένα στο άρθρο 7. Ωστόσο, το άρθρο 3 (2) έως (5) του

Η οδηγία αφορούν μόνο την εισαγωγή και την εύρυθμη λειτουργία της depositguarantee

συστήματος, όπως προβλέπεται από την οδηγία ( Paul κ.λπ. , προαναφερθείσα,

σκέψεις 28 έως 29).

134 Η οδηγία δεν ρυθμίζει εξαντλητικά τη μη διαθεσιμότητα των καταθέσεων υπό

Δίκαιο του ΕΟΧ, αλλά απλώς απαιτεί από τα κράτη του ΕΟΧ να προβλεφθεί ένα εναρμονισμένο ελάχιστο

επίπεδο προστασίας των καταθέσεων (συγκρίνετε τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Stix-Hackl

στο Paul κ.λπ. , όπ.π., σκέψη 117). Είναι, επομένως, σαφές ότι η εθνική

αρχές διαθέτουν σημαντική διακριτική ευχέρεια στον τρόπο που οργανώνουν τα συστήματα.

135 Εν όψει των ανωτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας, τα κράτη του ΕΟΧ πρέπει να

θεσπίσουν και να αναγνωρίσουν επίσημα ένα σύστημα εγγύησης των καταθέσεων.Επιπλέον,

πρέπει να πληρούν ορισμένα εποπτικά καθήκοντα, προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή λειτουργία

του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων. Ωστόσο, δεν προβλέπεται στην εν λόγω διάταξη

ότι τα κράτη του ΕΟΧ πρέπει να εξασφαλίζουν την πληρωμή των συνολικών καταθέσεων σε όλες τις

περιστάσεις.

136 Κατά το άρθρο 7 (1) της οδηγίας καθορίζει την ελάχιστη κάλυψη για το σύνολο

καταθέσεις που πρέπει να παρέχονται σε περίπτωση που οι καταθέσεις καθίστανται μη διαθέσιμες

– 23 –

(Συγκρίνετε Paul κ.λπ. , προαναφερθείσα, σκέψη 27). Προβλέπει ελάχιστα

εναρμόνιση όσον αφορά το επίπεδο κάλυψης ανά καταθέτη.

137 Όπως προκύπτει από τις λέξεις «[δ] συστήματα eposit εγγύησης ορίζουν …« ότι μια

επιβάλλεται η υποχρέωση στα κράτη του ΕΟΧ να εξασφαλίσουν ότι οι εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται ή

διατηρηθούν τα οποία απαιτούν ένα επίπεδο κάλυψης τουλάχιστον 20 000 EUR.

138 Με την έκδοση της οδηγίας 2009/14, η διατύπωση του άρθρου 7 (1) της

Η οδηγία έχει αντικατασταθεί. Η νέα εκδοχή αναφέρει ότι «τα κράτη μέλη μεριμνούν

διασφαλίζει ότι η κάλυψη του συνόλου των καταθέσεων κάθε καταθέτη ορίζεται σε

τουλάχιστον 50 000 ευρώ σε περίπτωση που οι καταθέσεις καθίστανται μη διαθέσιμες ». Επιπλέον, ένα νέο

παράγραφο 1 (α) έχει εισαχθεί στο άρθρο 7, το οποίο ορίζει ότι τα κράτη

Κράτη μέλη μεριμνούν ώστε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2010, ότι η κάλυψη για το σύνολο

των καταθέσεων κάθε καταθέτη ορίζεται σε 100 000 ευρώ σε περίπτωση που οι καταθέσεις

καθίστανται μη διαθέσιμες.

139 Φαίνεται ότι, σύμφωνα με τη νέα έκδοση της διάταξης του ΕΟΧ μέλη είναι υποχρεωμένα να

εξασφαλιστεί ένα ορισμένο επίπεδο κάλυψης. Αν η υποχρέωση περιορίζεται σε τραπεζικό

κρίση ενός ορισμένου μεγέθους θα απαιτούσε περαιτέρω εκτίμηση. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό

μπορεί να παραμείνει ανοικτό εδώ, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε (βλ. σκέψη 124), η οδηγία

2009/14 δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση.

140 Εν πάση περιπτώσει, η αναδιατύπωση του άρθρου 7 της οδηγίας προκύπτει ότι η Ευρωπαϊκή

νομοθέτης έκρινε ουσιαστική αλλαγή αναγκαίο να παραταθεί η ευθύνη της

τα κράτη ΕΟΧ πέρα ​​από τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού πλαισίου.

141 Αυτό ενισχύει την άποψη ότι η υποχρέωση για τα κράτη του ΕΟΧ σύμφωνα με το κείμενο της

η διάταξη που ισχύει στην προκειμένη περίπτωση περιορίζεται στη διασφάλιση ότι οι εθνικές

Οι κανόνες που απαιτούν ένα επίπεδο κάλυψης τουλάχιστον 20 000 EUR διατηρούνται ή

εγκρίθηκε.

142 Σύμφωνα με το άρθρο 7 (6) της οδηγίας, τα κράτη του ΕΟΧ πρέπει να εξασφαλίσουν ότι η

δικαίωμα καταθέτη σε αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μιας δράσης από το

καταθέτη κατά των καθεστώτων εγγυήσεων. Το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης

περιλαμβάνει το σενάριο ότι ένα σύστημα εγγύησης των καταθέσεων μπορεί να είναι σε θέση να

πληρώσει τα δέοντα προσόντα αξιώσεις.

143 Ωστόσο, η υποχρέωση των κρατών ΕΟΧ περιορίζεται στη διατήρηση ή

θέσπιση κανόνων που προβλέπουν ένα αποτελεσματικό δικαίωμα να καταθέσει προσφυγή κατά της

εγγυώνται καθεστώς ιδίως στην περίπτωση μη πληρωμής (συγκρίνετε τον Παύλο και

Άλλοι , όπ.π., σκέψη 27).

144 Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 7 της οδηγίας δεν προβλέπει

η υποχρέωση του κράτους και των αρχών της για να εξασφαλίσει αποζημίωση σε περίπτωση που depositguarantee

σύστημα δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τις υποχρεώσεις της, σε περίπτωση μιας συστημικής

κρίση.

– 24 –

145 Το άρθρο 10 της οδηγίας καθορίζει τις προθεσμίες για τις πληρωμές των εγγυήσεων

προγράμματα στους καταθέτες. Αυτό προκύπτει από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο

10 (3) και (5), οι οποίες αναφέρονται ρητά στην «προθεσμία που προβλέπεται στις παραγράφους (1)

και (2). "

146 Ωστόσο, η υποχρεωτική γλώσσα την αγγλική έκδοση του άρθρου 10 (1) του

Οδηγίας, δηλαδή «[δ] συστήματα eposit εγγύησης πρέπει να είναι σε θέση να πληρώσει … μέσα

τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές … ", θεσπίζει

απλώς μια διαδικαστική υποχρέωση, δεδομένου ότι αναφέρεται μόνο στο δεσμευτικό χαρακτήρα των τριών μηνών

ταχθείσας προθεσμίας.

147 Η σπουδαιότητα των έγκαιρων πληρωμών από το σύστημα εγγύησης είναι η περαιτέρω

τονίζεται στο άρθρο 10 (2) της οδηγίας. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η εγγύηση

καθεστώς μπορεί να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές για την παράταση της προθεσμίας

ορίζεται στο άρθρο 10 (1) της οδηγίας, μόνον υπό «εξαιρετικές

περιστάσεις »και σε« ειδικές περιπτώσεις ». Η οδηγία δεν περιέχει μια

ορισμό των όρων αυτών.

148 Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 10 (2) της οδηγίας, τα κράτη του ΕΟΧ και τους

οι αρμόδιες αρχές έχουν την υποχρέωση να εποπτεύουν και να εξασφαλίζουν ότι

συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων είναι, κατά κανόνα, δεν αποδεσμεύονται από τη σύντομη προθεσμία

που ορίζεται στο άρθρο 10 (1) της οδηγίας, η οποία αποτελεί το γενικό κανόνα.

Ωστόσο, η υποχρέωση του κράτους και των εθνικών αρχών προκειμένου να διασφαλίσει

αποζημίωση σε περίπτωση που ένα σύστημα εγγύησης των καταθέσεων δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τις υποχρεώσεις της

σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως σε μια συστημική κρίση που δεν μπορεί να προκύψει

από την εν λόγω διάταξη.

149 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η υποχρέωση των κρατών του ΕΟΧ δυνάμει του

Το άρθρο 10 της οδηγίας περιορίζεται να προβλεφθεί υποχρεωτική και αποτελεσματική

διαδικαστικό πλαίσιο σχετικά με τις προθεσμίες.

150 Επιπλέον, πρέπει να γίνει αναφορά στα άρθρα 1 (3) και 9 (3), και τις αιτιολογικές σκέψεις 3, 10

και 25 του προοιμίου της οδηγίας. Ωστόσο, οι διατάξεις αυτές δείχνουν ότι η

Οδηγία προσφορές – τουλάχιστον κυρίως – με την αποτυχία των επιμέρους τραπεζών και να μην

με μια συστημική κρίση.

151 Ακόμη και όσον αφορά το σημαντικό στόχο να αποφευχθεί τρέχει τράπεζα, η διατύπωση της αιτιολογικής σκέψης

4 του προοιμίου της οδηγίας περιορίζεται στην αποτυχία ενός μόνο πιστωτικού

θεσμικό όργανο που μπορεί να οδηγήσει σε μαζικές αποσύρσεις και από υγιείς θεσμούς.

152 Πρέπει να σημειωθεί εν προκειμένω ότι για το 2010 η εκτίμηση των επιπτώσεων

Υπηρεσίες της Επιτροπής επισημαίνουν σε σχέση με μια πιθανή εναρμονισμένη προσέγγιση σε μία

επίπεδο-στόχο για τα ταμεία εγγύησης των καταθέσεων ότι η «επιλογή του επιπέδου-στόχου για την

κεφαλαίων μπορεί να σχετίζεται με την ικανότητα των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων να χειριστεί

τράπεζα αποτυχία ενός συγκεκριμένου μεγέθους με βάση την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών από τα κράτη μέλη

κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης … "(εκτίμηση των επιπτώσεων, τμήμα 7.8, σ. 53.). Ο

μεγαλύτερη αποτυχία που προβλέπεται από τις υπηρεσίες της Επιτροπής είναι μια αποτυχία ενός μεγάλου

τράπεζα μέλος αντιπροσωπεύοντας το 7,25% των επιλέξιμων καταθέσεων.

– 25 –

153 Ούτε καν η παρούσα εκτίμηση επιπτώσεων, που υπό το πρίσμα της οικονομικής κρίσης του

2007/2008 η οποία περιελάμβανε την αποτυχία των ισλανδικών τραπεζών, προβλέπεται η

Παράταση της χρηματοδότησης των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων για την κάλυψη μιας συστημικής τράπεζα

αποτυχία του μεγέθους εμπειρία στην Ισλανδία. Η εκτίμηση επιπτώσεων

κατέληξε στο συμπέρασμα: "Ρύθμιση επιπέδου-στόχου για τα ΣΕΚ [sc. συστήματος εγγύησης των καταθέσεων] ταμεία

θα εξασφαλίσει ότι τα συστήματα είναι αξιόπιστα και ικανά να ασχοληθεί με μεσαίου μεγέθους

αποτυχίες τράπεζα. Το πιο αποδοτικό από πλευράς κόστους επίπεδο-στόχος θα είναι 1,96% (ή απλά

2%) των επιλέξιμων καταθέσεων (που πρέπει να επιτευχθεί μέσα σε 10 χρόνια), διότι θα

αυξήσουν τα κεφάλαια των ΣΕΚ για να αντιμετωπίσει μια αποτυχία τράπεζα μεσαίου μεγέθους? και παρά την αρκετά

σημαντική αύξηση των εισφορών, θα, κατά μέσο όρο, μόνο μέτρια επηρεάζουν

τα κέρδη των τραπεζών σε επίπεδο ΕΕ (με ένα ισχυρότερο αντίκτυπο σε ορισμένα κράτη μέλη) και

οδηγήσει σε πολύ περιορισμένο κόστος για τους καταθέτες. … Θα μπορούσε να εξασφαλίσει μια σταθερή χρηματοδότηση του

το ΣΕΚ αλλά αποφύγετε ανεπιθύμητες παρενέργειες οι εισφορές ήταν πολύ υψηλές. "(Impact

Αξιολόγηση, ενότητα 7.8, σ.. 58)

154 Επιπλέον, ο μηχανισμός και το επίπεδο της χρηματοδότησης των συστημάτων δεν έχουν

εναρμονισμένα. Η οδηγία δεν περιέχει καμία ουσιαστική διάταξη που ρυθμίζει

με αυτά τα οργανωτικά θέματα.

155 Η αιτιολογική σκέψη 23 στο προοίμιο αναφέρεται ότι δεν είναι απαραίτητο, κατά την οδηγία, να

εναρμονιστούν οι μέθοδοι χρηματοδότησης των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων ή πιστωτική

ίδιων των ιδρυμάτων. Σύμφωνα με την ίδια αιτιολογική σκέψη, αυτό προκύπτει από το γεγονός,

μεταξύ άλλων , ότι η χρηματοδοτική ικανότητα των συστημάτων αυτών πρέπει να είναι σε αναλογία με τους

υποχρεώσεις. Η οδηγία δεν περιέχει ορισμό του τι θεωρείται ότι είναι

αναλογική χρηματοδότηση.

156 Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 23 στο προοίμιο της οδηγίας, καθώς και από τις αιτιολογικές σκέψεις

4 και 25 ότι το κόστος της χρηματοδότησης των συστημάτων εγγύησης πρέπει να ληφθεί, σε

κατ ‘αρχήν, από τα πιστωτικά ιδρύματα και όχι τα κράτη του ΕΟΧ.

157 Η αιτιολογική σκέψη 23 στο προοίμιο της οδηγίας έχει ως στόχο να επιτύχει μια ισορροπία μεταξύ των

κόστος της χρηματοδότησης ενός συστήματος εγγύησης των καταθέσεων, τη σταθερότητα των εθνικών τραπεζικών

συστήματος και την προστασία των καταναλωτών. Ο στόχος είναι ότι το τραπεζικό σύστημα θα πρέπει να

λειτουργεί προς το συμφέρον των καταναλωτών και της οικονομίας στο σύνολό της.

158 Ωστόσο, η παροχή ιδιωτικής χρηματοδότησης για να μπορέσει το σύστημα εγγύησης

καταθέσεις κάλυμμα σε μια συστημική κρίση μέχρι το μέγιστο επίπεδο κάλυψης θα

σαφώς να υπονομεύσουν το στόχο που προβλέπεται στην αιτιολογική σκέψη 23, δηλαδή, να μην θέτουν σε κίνδυνο

η σταθερότητα του ίδιου του τραπεζικού συστήματος. Κατά συνέπεια, το κόστος της εγγύησης

συστήματα δεν πρέπει να είναι υπερβολικά επαχθής για τα πιστωτικά ιδρύματα που είναι μέλη.

159 Η υποχρέωση καταβολής έγκειται, επομένως, με το ταμείο εγγύησης καταθέσεων, και η

ταμεία εγγυήσεων είναι να χρηματοδοτηθεί εξ ολοκλήρου από τα πιστωτικά ιδρύματα.Σε

περιπτώσεις κατά τις οποίες το ταμείο δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις αξιώσεις των καταθετών σε περίπτωση ενός

αθέτησης από ένα μέλος του συστήματος, είναι για τα υπόλοιπα πιστωτικά ιδρύματα

κάνουν τη διαφορά. Με άλλα λόγια, η πτώχευση ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος

καλύπτεται – και στα κλασσικά συστήματα ασφάλισης – από το υπόλοιπο των ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται

στην αγορά.

– 26 –

160 Πώς να προχωρήσετε σε μια υπόθεση όπου το καθεστώς εγγυήσεων δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τους

υποχρεώσεις πληρωμής παραμένει σε μεγάλο βαθμό αναπάντητο από την οδηγία. Η μόνη

λειτουργική διάταξη που ασχολείται με την μη καταβολή είναι το άρθρο 7 (6) της οδηγίας,

σύμφωνα με την οποία οι καταθέτες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή κατά

το σχετικό καθεστώς. Ωστόσο, η υποχρέωση του κράτους ή μιας πιθανής δράσης

έναντι του κράτους σε αυτές τις συνθήκες δεν προβλέπεται στην οδηγία του

διατάξεις.

161 Αυτό δεν σημαίνει ότι οι καταθέτες αναγκαστικά θα παραμείνει απροστάτευτο σε μια τέτοια

περίπτωση. Οι καταθέτες μπορούν να εμπίπτουν στην αρμοδιότητα άλλων τμημάτων του δικτύου ασφαλείας. Αυτοί

μπορούν να επωφεληθούν από τις λοιπές διατάξεις του νόμου για τον ΕΟΧ σχετικά με τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, όπως

καθώς και τις δραστηριότητες των εποπτικών αρχών, των κεντρικών τραπεζών και των κυβερνήσεων. Ωστόσο,

το ζήτημα στην παρούσα υπόθεση είναι αν τα κράτη του ΕΟΧ είναι νομικά υπεύθυνοι

βάσει της οδηγίας σε περίπτωση ένα τέτοιο τεράστιο γεγονός.

162 Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 3 (1) της

Οδηγίας. Σύμφωνα με τον κανόνα αυτό, το πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να εξαιρούνται από τον ΕΟΧ

Μέλος από την υποχρέωσή του να είναι μέλος ενός συστήματος εγγύησης των καταθέσεων, όπου

ανήκει σε ένα σύστημα που να διασφαλίζει, μεταξύ άλλων, τη ρευστότητα και τη φερεγγυότητά της και είναι

Διασφαλίζεται έτσι ότι οι καταθέτες προστασία τουλάχιστον ισοδύναμη με εκείνη που

παρέχονται από το σύστημα εγγύησης.

163 Η δυνατότητα αυτή να απαλλάσσει ένα πιστωτικό ίδρυμα από την υποχρέωση συμμετοχής σε ένα

συστήματος εγγύησης των καταθέσεων απαιτεί, επιπλέον, ότι το εναλλακτικό σύστημα πληροί

ορισμένες προϋποθέσεις. Η τρίτη από αυτές απαιτεί το σύστημα δεν είναι "να αποτελείται από ένα

εγγύηση που χορηγήθηκε σε ένα πιστωτικό ίδρυμα από το ίδιο κράτος μέλος ή από οποιοδήποτε από τα

τοπικές ή περιφερειακές αρχές ». Σκοπός της διάταξης αυτής είναι η ελαχιστοποίηση

δυνατότητα να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό, είναι συνυφασμένες με την ίδια τη φύση των εγγυήσεων που

είδος.

164 Ήταν ένα κράτος του ΕΟΧ υποχρεούνται από το νόμο να διασφαλισθεί η αποζημίωση των καταθετών

όταν ένα αναγνωρισμένο σύστημα εγγύησης των καταθέσεων δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει με την πληρωμή του

υποχρεώσεις, οι αρνητικές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό θα είναι συγκρίσιμα.

Κατά συνέπεια, είναι πιθανό ότι, αν ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να θεσπίσει ένα

διαφορετική προσέγγιση όσον αφορά τη χρηματοδότηση των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων, αυτό

θα είχε αναφερθεί ρητώς στην οδηγία.

165 Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι η πρόταση της Επιτροπής του 1992 για την οδηγία

Αναγνωρίστηκε ότι οποιαδήποτε χρηματοδότηση από το δημόσιο τομέα θα υπόκειται στους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων και,

εξάλλου, ότι δεν θα υπήρχε καμία υποχρέωση παροχής αυτών. Η πρόταση αναφέρει

το θέμα αυτό: «Το ζήτημα του κατά πόσον ο δημόσιος τομέας θα είναι σε θέση να

παρέχει βοήθεια για τα καθεστώτα εγγυήσεων σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης εξαιρετικής

βαρύτητας και όταν οι πόροι των συστημάτων αυτών έχουν εξαντληθεί έχει τεθεί σε

προκειμένου να μπορέσουν να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους στους καταθέτες. Δεν φαίνεται

σκόπιμο, στην πρόταση οδηγίας, να απαγορεύουν τέτοιου είδους βοήθεια, η οποία

θα μπορούσε να αποδειχθεί αναγκαία στην πράξη, αν και δεν είναι επιθυμητό ως γενικό κανόνα

και δεν θα μπορούσε να επιτραπεί να παραβαίνει τους κανόνες της Συνθήκης σχετικά με τις κρατικές

– 27 –

ενίσχυση. "(πρόταση της Επιτροπής για οδηγία του Συμβουλίου περί των συστημάτων εγγυήσεως

συστήματα, COM (92) 188 τελικό, σ.. 8)

166 Εξάλλου, στην εκτίμηση του αντικτύπου του 2010, η Επιτροπή επισήμανε: «ΣΕΚ [sc.

Τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων] που χρηματοδοτείται από τις τράπεζες και η Επιτροπή προτίθεται

για να διατηρηθεί αυτή την απαίτηση. Αυτό σημαίνει ότι ο προϋπολογισμός των κρατών μελών δεν είναι

επηρεάζονται άμεσα από την οδηγία ΣΕΚ. Η πρόσφατη κρίση έδειξε ότι σε ένα

συστημικής κρίσης, ΣΕΚ μπορεί να φτάσει στα όριά τους. Ωστόσο, ακόμη και εάν σε τέτοιες περιπτώσεις

κυβερνήσεις παρενέβη υπό την αυστηρή υπακοή των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων, αυτό δεν θα

να ενεργοποιείται κάτω από μια νομική υποχρέωση στην οδηγία ΣΕΚ και «βιωσιμότητας

Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη δεν είναι αντικείμενο της παρούσας εκτίμησης επιπτώσεων. »(Impact

Αξιολόγηση, ενότητα 3.2, σελ. 8-9).

167 Μια πρόσθετη πτυχή στην οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 16, στην

το προοίμιο της οδηγίας. Εκεί, ο Ευρωπαίος νομοθέτης δηλώνει ότι θα

Δεν είναι σκόπιμο να θεσπιστεί ένα επίπεδο προστασίας ", το οποίο θα μπορούσε, σε ορισμένες περιπτώσεις,

έχει ως αποτέλεσμα την ενθάρρυνση της ανορθολογική διαχείριση των πιστωτικών ιδρυμάτων ».

Αυτό επισημαίνει την έννοια του ηθικού κινδύνου. Στην οικονομική βιβλιογραφία, το μάθημα της

ηθικού κινδύνου έχει περιγραφεί με τις λέξεις ότι «το λιγότερο είναι περισσότερο».Καθηγητής

Joseph E. Stiglitz έχει διατυπώσει την άποψη αυτή: «[Τ] ο περισσότερων και καλύτερων

ασφάλιση που παρέχεται κατά κάποιο έκτακτης ανάγκης, τόσο λιγότερα κίνητρα

άτομα πρέπει να αποφεύγουν το ασφαλιζόμενο συμβάν, γιατί το λιγότερο που φέρουν την πλήρη

συνέπειες των πράξεών τους ». («Διαχείριση Κινδύνων, Κίνητρα και Ασφάλειες: Το Pure

Θεωρία των ηθικών κινδύνων ", Τα έγγραφα της Γενεύης για το Risk and Insurance , 8 (αριθ. 26,

Ιανουαρίου 1983), 4, σ.. 6.)

168 Υπενθυμίζεται ότι, σε μια κρίση τέτοιου μεγέθους, όπως είχε συμβεί στο

Η Ισλανδία, ένα κράτος του ΕΟΧ θα έχουν πολύ περιορισμένες επιλογές για να εξασφαλιστεί η αποζημίωση

στους καταθέτες που είναι, πρώτον, θα μπορούσε να προσφέρει κρατική εγγύηση για ένα δάνειο που λαμβάνεται από

από το ίδιο το σύστημα, ή, δεύτερον, θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει άμεσα την καθεστώτος ή της

καταθετών. Έτσι, ο ηθικός κίνδυνος θα συμβεί και στην περίπτωση της κρατικής χρηματοδότησης,

χρησιμεύει για την ανοσοποίηση ενός συστήματος εγγύησης των καταθέσεων από τα έξοδα που έχουν,

κατ ‘αρχήν, να βαρύνουν τα μέλη της.

169 Η προβαλλόμενη υποχρέωση αποτελέσματος θα τρέξει περισσότερο αντίθετη με τους στόχους που αναφέρονται

στις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 3 του προοιμίου της οδηγίας, σύμφωνα με την οποία καταναλωτών

προστασίας θα πρέπει να επιτευχθεί μέσω της εισαγωγής ενός ελάχιστου επιπέδου

προστασία των καταθέσεων και η εγγύηση ότι ξένες και εγχώριες καταθέσεις είναι

προστατεύονται από το ίδιο συστήματος εγγύησης ανεξάρτητα από το εάν το πιστωτικό ίδρυμα

έχει την έδρα της.

170 Επομένως, η προστασία των καταναλωτών στο πλαίσιο της οδηγίας δεν συνεπάγεται πλήρη

προστασίας (συγκρίνετε, όσον αφορά το επίπεδο κάλυψης, Γερμανία κατάΚοινοβουλίου και

Συμβουλίου , προαναφερθείσα, σκέψη 48), δεδομένου ότι η αύξηση της προστασίας των καταναλωτών μπορεί να

φτάσει σε ένα σημείο όπου το κόστος υπερβαίνει τα οφέλη.

171 Τέλος, τίθεται το ερώτημα κατά πόσον η αιτιολογική σκέψη 24 του προοιμίου της οδηγίας

μπορεί να ειπωθεί για να υποστηρίξει την υποτιθέμενη υποχρέωση αποτελέσματος.Αιτιολογική σκέψη προκύπτει ότι η

– 28 –

ευθύνη των κρατών του ΕΟΧ και των αρμόδιων αρχών τους, αποκλείεται, εάν εξασφαλίζουν

η αποζημίωση ή η προστασία των καταθετών υπό τους όρους που προβλέπονται στο

η οδηγία. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η σκέψη μπορεί να είναι αναγκαία για να καταστεί δυνατή η δημιουργία

ορθή οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής της αρχής της ευθύνης του κράτους.

172 Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ορίζεται στο επιχείρημά της, η αιτιολογική σκέψη 24 του προοιμίου της

Η οδηγία ορίζει ότι η ευθύνη του κράτους και των αρμόδιων αρχών της όσον αφορά

καταθέτες αποκλείεται ", εφόσον έχουν εξασφαλίσει ότι ένα ή περισσότερα συστήματα

εγγύησης των καταθέσεων ή ίδιων των πιστωτικών ιδρυμάτων και την εξασφάλιση της

αποζημίωση ή η προστασία των καταθετών υπό τους όρους που προβλέπονται στην παρούσα

Η οδηγία έχουν εισαχθεί και να αναγνωριστούν επίσημα. "

173 Ωστόσο, «οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία» δεν ορίζεται περαιτέρω. Ως

έχει αναφερθεί παραπάνω, η υποχρέωση χρηματοδότησης που επιβάλλει στα μέλη της μια

σύστημα εγγύησης περιορίζεται στο πλαίσιο της οδηγίας και δεν πρέπει να είναι υπερβολικά επαχθή στα

διατάξει να μην θέσει σε κίνδυνο τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος.

174 Το αποτέλεσμα που πρέπει να επιτευχθεί από τα κράτη ΕΟΧ ίδιοι Από τα ανωτέρω τους

προαναφερθείσα γενική υποχρέωση, δηλαδή, για να εξασφαλιστεί ότι οι διατάξεις της

Η οδηγία είναι πλήρως αποτελεσματική, δηλαδή ότι οι ειδικές υποχρεώσεις που συγκεκριμενοποιούνται

αποτέλεσμα.

175 Ωστόσο, υπό το φως της παρούσας αξιολόγησης της οδηγίας, το αποτέλεσμα να είναι

επιτυγχάνεται είναι περιορισμένη, έχοντας ιδιαίτερα υπόψη το γεγονός ότι οι στόχοι της οδηγίας

σε ελάχιστη εναρμόνιση σε σχέση με το επίπεδο κάλυψης και δεν

προβλέπουν καμία εναρμόνιση όσον αφορά το επίπεδο και τους μηχανισμούς χρηματοδότησης.

176 Κατά συνέπεια, η επιφύλαξη που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 24 του προοιμίου της οδηγίας

στοχεύει ρητά να αποκλείεται η υπερβολική στροφή προς τον κρατικό προϋπολογισμό των δαπανών που προκύπτουν

από ένα μεγάλο τραπεζικό αποτυχία. (Βλέπε, ενδεικτικά, Michel Tison, "Μην

προσβάλλουν το φύλακα! Ευθύνη τραπεζικής εποπτείας μετά Peter Paul ", Εργασία

Paper Series, Ινστιτούτου Δικαίου Financial, Universiteit Gent 2005, σ.. 25, συμπεριλαμβανομένων

υποσημείωση 81).

177 Κατά συνέπεια, η αιτιολογική σκέψη 24 του προοιμίου της οδηγίας δεν υποστηρίζει το

ύπαρξη του υποτιθέμενου υποχρέωση αποτελέσματος.

178 Εν όψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η οδηγία δεν προβλέπει ότι η

ίδια η καθής πρέπει να εξασφαλίσει τις πληρωμές στους καταθέτες των υποκαταστημάτων της Icesave στο

οι Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 10

της οδηγίας, σε μια συστημική κρίση του μεγέθους εμπειρία στην Ισλανδία.

179 Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι η καθής υποστήριξε σωστά, η προβαλλόμενη υποχρέωση αποτελέσματος

Επίσης, δεν μπορεί να συναχθεί από την απόφαση του ΔΕΚ στην υπόθεση Paul κ.λπ. . Η υπόθεση

πλευρά, πρέπει να διακρίνεται από εκείνη την προγενέστερη υπόθεση για τα γεγονότα. Paul κ.λπ.

ασχολήθηκε κυρίως με την προβαλλόμενη ευθύνη των γερμανικών αρχών που προκύπτουν από

αμέλεια κατά την άσκηση της τραπεζικής εποπτείας, και το κατά πόσον η

εποπτική υποχρέωση που επιβάλλεται στις εθνικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 3 (2) έως (5)

– 29 –

της οδηγίας αποκλείει τον περιορισμό της ευθύνης του κράτους βάσει του εθνικού δικαίου

σχέση με την εν λόγω εποπτείας. Επιπλέον, Paul κ.λπ. , το αιτούν δικαστήριο

είχε ήδη κρίνει το ενδιαφερόμενο κράτος να είναι υπεύθυνη σύμφωνα με την αρχή του κράτους

ευθύνης με το ποσό που προβλέπεται στο άρθρο 7 (1) της οδηγίας.

180 Τέλος, η σύγκριση με άλλες δευτερεύουσες δίκαιο και δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί η

ύπαρξη του υποτιθέμενου υποχρέωση αποτελέσματος. Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι η

το περιεχόμενο του αποτελέσματος που πρέπει να επιτευχθεί καθορίζεται από τις ουσιαστικές διατάξεις των

η ειδική οδηγία. Εν πάση περιπτώσει, η απόφαση του ΔΕΚ στην υπόθεση Blödel-Pawlik (υπόθεση

C-134/11, απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2012, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί) δεν υποστηρίζει το

λόγου αιτούντος. Η υπόθεση αυτή αφορούσε τις υποχρεώσεις του διοργανωτή και του

ασφαλιστή. Σύμφωνα με το ΔΕΚ, η υποχρέωση αποτελέσματος που επιβάλλονται στο Δημόσιο από

Οδηγίας 90/314 ήταν να εξασφαλιστεί ότι διοργανωτής του ταξιδιού είναι υπεύθυνος έναντι του καταναλωτή

για την ορθή εκτέλεση της σύμβασης. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ότι υπάρχει

αποτελεί υποχρέωση για το ίδιο το κράτος να καταβάλει αποζημίωση αν ένα πρακτορείο ταξιδίων είναι

αδυνατεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της.

Προέκταση του κράτους

181 Η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα υποστηρίζουν ότι η ΔΕΘ, ένα ιδιωτικό ίδρυμα

σύμφωνα με το ισλανδικό δίκαιο, είναι μια προέκταση του κράτους.

182 Ωστόσο, η συγκεκριμένη υπόθεση αφορά το αν υπάρχει υποχρέωση αποτελέσματος

τοποθετείται επί του κράτους στο πλαίσιο της οδηγίας, κατά τον τρόπο που περιγράφεται στην ΕΟΔ

εφαρμογή.

183 Ως εκ τούτου, το ερώτημα δεν έχει καμία σημασία για την εκτίμηση του πρώτου λόγου.

184 Για λόγους τάξεως, το Δικαστήριο απλώς προσθέτει ότι, εν πάση περιπτώσει, στην προσφεύγουσα

προσκόμισε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για να στηρίξει τον ισχυρισμό της ότι η ΔΕΘ είναι άμεσα ή

έμμεσα λειτουργεί από τις δημόσιες αρχές, δηλαδή κάτω από τον έλεγχο του ισλανδικού

Μέλος (βλ., για λόγους σύγκρισης, υπόθεση C-356/05 Farrell [2007], σ. I-3067, σκέψη

41).

Συμπέρασμα

185 Κατόπιν όλων των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος απορρίπτεται.

Επί του δευτέρου και του τρίτου λόγου ακυρώσεως: Δυσμενής διάκριση αντίθετη προς την οδηγία ή / και το άρθρο 4

ΕΟΧ

Επιχειρήματα των διαδίκων

Η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα

186 Η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα υποστηρίζουν ότι, ακόμη και αν, αντιθέτως προς την επιχειρηματολογία τους,

οι διατάξεις της οδηγίας 94/19 την έννοια ότι δεν επιβάλλει υποχρέωση

αποτέλεσμα, ο κατηγορούμενος είναι κατά παράβαση των άρθρων 4 (1) και 7 (1) της οδηγίας ή / και

Το άρθρο 4 του ΕΟΧ, παραλείποντας να εξασφαλιστεί η αποζημίωση στους καταθέτες της Icesave

– 30 –

οι Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο, όπως ορίζεται στην οδηγία. Σε τους

άποψη, οι καταθέτες στην Ισλανδία έλαβε την πλήρη προστασία των καταθετών, ενώ σε

οι Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο έμειναν χωρίς οποιαδήποτε ή οποιαδήποτε

συγκρίσιμη προστασία.

187 Η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα υποστηρίζουν ότι οι πελάτες της Icesave στα καταστήματα

στην Ισλανδία και τους ομολόγους τους σε υποκαταστήματα σε άλλα κράτη του ΕΟΧ ήταν, κατά τους

ικανότητα ως κάτοχοι καταθέσεων σε ισλανδικές τράπεζες, σε συγκρίσιμη κατάσταση

αφορά την προστασία που τους παρέχεται από την οδηγία σύμφωνα με το άρθρο 4 του εν λόγω

ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 3 του προοιμίου της οδηγίας.

188 Η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα κατάσταση που, κατά τη θέσπιση μέτρων έκτακτης ανάγκης

για την αντιμετώπιση της τραπεζικής κρίσης τον Οκτώβριο του 2008, η κυβέρνηση της Ισλανδίας

έκανε μια διάκριση μεταξύ καταθέσεων εγχώριων και καταθέσεις σε ξένα υποκαταστήματα.

Οι εγχώριες καταθέσεις μεταφέρθηκαν στις νέες τράπεζες και καλύφθηκαν πλήρως.

Εν τω μεταξύ, οι ξένοι καταθέτες δεν απολαμβάνουν ακόμη την ελάχιστη εγγύηση που

καθορίζονται στην οδηγία.

189 Επομένως, κατά την άποψη της προσφεύγουσας και της παρεμβαίνουσας, ο εναγόμενος έχει έμμεσα

εις βάρος των ξένων καταθετών με βάση την εθνικότητα, το οποίο είναι

απαγορεύεται από την οδηγία υπό το φως του άρθρου 4 του ΕΟΧ ή από το άρθρο 4

Το ίδιο για τον ΕΟΧ.

190 Επιπλέον, η προσφεύγουσα διευκρινίζει ότι η παρούσα υπόθεση δεν αφορά το αν

η καθής κατά παράβαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων για να μην κινείται

επί του συνόλου των καταθέσεων των ξένων καταθετών της Icesave στο New Landsbanki,

όπως έκανε και για τις εγχώριες καταθέτες της Landsbanki. Η παράβαση λέγεται ότι βρίσκονται στην

αποτυχία της ισλανδικής κυβέρνησης να διασφαλίσει ότι καταθέτες της Icesave στο

Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο έλαβε την καταβολή του ελάχιστου ποσού

της αποζημίωσης που προβλέπεται από την οδηγία εντός των προθεσμιών που προβλέπονται,

κάτι που έκανε για την εγχώρια καταθέτες. Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η αποζημίωση

των εγχώριων και ξένων καταθετών πάνω και πέρα ​​από αυτό το ελάχιστο ποσό έχει

Δεν ήταν και δεν είναι το θέμα, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.

191 Επιπλέον, η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα υποστηρίζουν ότι η καθής δεν μπορεί να

εκ των προτέρων οποιαδήποτε βιώσιμη δικαιολογία για τα μέτρα που έχουν ληφθεί κατά το διακρίσεις

ξένων καταθέσεων υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης.

Ο κατηγορούμενος

192 Η καθής υποστηρίζει ότι οι λόγοι των διακρίσεων είναι εντελώς εσφαλμένη και

ιδιαίτερα σκηνοθετημένη. Παρατηρεί ότι η προσφεύγουσα ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιρλανδία, παραλείποντας

για να εξασφαλιστεί η πληρωμή των 20 000 ευρώ ανά καταθέτη που απαιτείται βάσει της οδηγίας,

η καθής παραβίασε το δίκαιο του ΕΟΧ. Ωστόσο, κατά την άποψη της καθής, αυτή η

υποχρέωση αυτή δεν μπορεί να συναχθεί από την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.

193 Κατά την άποψη της καθής, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι προδήλως μη βιώσιμο, δεδομένου ότι θα

δημιουργεί την υποχρέωση μετά από ένα κράτος του ΕΟΧ να εξασφαλισθεί μια ελάχιστη αποζημίωση βάσει του

– 31 –

η οδηγία στις περιπτώσεις στις οποίες η εν μέρει εναρμονισμένο καθεστώς που δημιουργήθηκε

από την οδηγία δεν απαιτεί τέτοια.

194 Υπό τις περιστάσεις της χρεοκοπίας μιας τράπεζας, η καθής υποστηρίζει, είναι θεμιτό

Κράτη του ΕΟΧ να παρέμβει για να διασώσει τις τράπεζες ή υποκαταστήματα που είναι αναγκαία για την

τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, αλλά δεν υπάρχει καμία υποχρέωση να το πράξει.

195 Κατά την άποψη της καθής, αυτό που θεωρείται ως διάκριση στην προκειμένη περίπτωση είναι

στην πραγματικότητα οι διαφορετικές συνέπειες που έχουν εισρεύσει ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι

οι εγχώριες υποκαταστήματα της Landsbanki ήταν απαραίτητη για τη διάσωση του ισλανδικού

χρηματοπιστωτικού συστήματος. Παρά το γεγονός ότι η οδηγία αποτελεί μέτρο προστασίας των καταναλωτών,

δεν καλύπτει σε καμία περίπτωση τη ρύθμιση της αφερεγγυότητας των τραπεζών και την αναδιάρθρωση –

είναι εντελώς πέρα ​​από το πεδίο εφαρμογής της.

196 Επιπλέον, όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 4, και μόνο για τον ΕΟΧ, τον τρίτο λόγο, η

καθής υποστηρίζει ότι μια τέτοια αξίωση δεν έχει γίνει έξω. Ο αιτών έχει

απλά ισχυρίστηκε ότι το άρθρο 4 του ΕΟΧ εφαρμόζεται χωρίς να επιδιώκει να αποδείξει

πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του είναι ικανοποιημένοι.

197 Η καθής υποστηρίζει επιπλέον ότι, ισχυριζόμενοι ότι ήταν διακρίσεις δεν

παρέχει την ελάχιστη αποζημίωση που παρέχεται από την οδηγία στο εξωτερικό

καταθετών, δεδομένου ότι οι εγχώριες καταθέτες ήταν "καλύπτονται" λόγω ενός

μεταφορά των καταθέσεών τους στις νέες τράπεζες, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, στην ουσία, για

διαφορετική μεταχείριση. Μια τέτοια επιχειρηματολογία ως βάση για την αξίωση των διακρίσεων

είναι, κατά την άποψη της καθής, ασυνάρτητη.

198 Από την άλλη πλευρά, η καθής παρατηρεί ότι δεν είναι μέρος της υπόθεσης του αιτούντος

ότι η μεταφορά των εγχώριων καταθέσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του τραπεζικού τομέα

θα έπρεπε να επεκταθούν στο εξωτερικό καταθέτες. Ο αιτών δεν έχει ποτέ

αμφισβήτησε το γεγονός ότι δεν ήταν δυνατόν να επεκταθεί αυτή η διάσωση στο εξωτερικό

υποκαταστήματα. Έτσι, κατά την άποψη της καθής, η προσφεύγουσα δεν ισχυρίζεται ότι οι δύο

ομάδες πρέπει να έχουν ίση μεταχείριση.

199 Εν πάση περιπτώσει, η καθής υποστηρίζει, δεν είναι σαφές αν η μεταβίβαση των εγχώριων

καταθέσεις στη νέα τράπεζα οδήγησε σε καλύτερη θέση από τους καταθέτες που διαθέτουν τέτοιου είδους

λογαριασμούς. Οι κάτοχοι λογαριασμού υπόκειντο σε αυστηρούς ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων, και ήταν

σε θέση να μετατρέψει τους (σοβαρά απόσβεση) Ισλανδικό Kronur σε οποιαδήποτε άλλη

νόμισμα. Αντίθετα, οι ενάγοντες προτεραιότητα στο Landsbanki εκκαθάριση τώρα

αναμένεται να αποζημιωθεί πλήρως σε ένα πλήρως μετατρέψιμο νόμισμα.

200 Εξάλλου, όσον αφορά τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η καθής ισχυρίζεται ότι έχει γίνει δεν υπάρχει

διάκρισης στον τρόπο με τον οποίο το ταμείο εγγύησης καταθέσεων

η ίδια έχει λειτουργήσει. Οι δύο ομάδες σε σύγκριση με τον ΕΟΔ, των καταθετών με τις εγχώριες

υποκαταστήματα και τους καταθέτες με τα ξένα υποκαταστήματα της Landsbanki, έχουν υποστεί επεξεργασία

εξίσου. Καμμία δεν έχει λάβει οποιεσδήποτε πληρωμές στο πλαίσιο του καθεστώτος εγγυήσεων.

201 Επιπλέον, οι καταθέσεις σε εγχώρια υποκαταστήματα δεν έγινε ποτέ διαθέσιμο

κατά την έννοια του άρθρου 1 (3) της οδηγίας. Εν πάση περιπτώσει, Ισλανδία

– 32 –

συνεχίζει, οποιαδήποτε διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των δύο ομάδων θα είναι

δικαιολογείται αντικειμενικά. Αν και το καθαρό σκοποί οικονομικής φύσεως δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκή

αιτιολόγηση, σαφείς στόχους δημοσίου συμφέροντος μπορεί να αποτελεί θεμιτό σκοπό, ακόμη και

όπου το δημόσιο συμφέρον έχει οικονομικών σκοπών.

Άλλοι συμμετέχοντες να υποβάλουν γραπτές παρατηρήσεις

202 Οι κυβερνήσεις που κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις που δεν έχουν ασχοληθεί με το

θέμα των διακρίσεων.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

203 Με τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι με την κάλυψη των καταθέσεων σε

Ισλανδία τουλάχιστον στο επίπεδο που προβλέπεται από την οδηγία, και εντός των χρονικών ορίων

που προβλέπονται σε αυτό, και, ταυτόχρονα, δεν παρέχει ξένους καταθέτες σε

τουλάχιστον την ίδια ελάχιστη εγγύηση, η καθής παρέβη την οδηγία

ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 4, του ΕΟΧ ή έχει έμμεσα διακρίσεις με βάση

ιθαγενείας, η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 4 του ΕΟΧ.

Δυσμενή διάκριση αντίθετη προς την οδηγία ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 4 του ΕΟΧ

204 Το άρθρο 4 του ΕΟΧ προβλέπει ως γενική αρχή ότι, εντός του πεδίου εφαρμογής της

εφαρμογή της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, και με την επιφύλαξη τυχόν ειδικών

διατάξεών της, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας

απαγορεύεται.

205 Άρθρο 4 του ΕΟΧ μπορεί να εφαρμοστεί αυτοτελώς μόνο σε καταστάσεις που διέπονται από το δίκαιο του ΕΟΧ

το οποίο η Συμφωνία ΕΟΧ δεν προβλέπει ειδική απαγόρευση των διακρίσεων

(Βλ. απόφαση E-1/00 Íslandsbanki-FBA [2000-2001] ΕΖΕΣ Ct. Δημ. 8, παράγραφοι

35 και 36, που αναφέρεται και νομολογία).

206 Σύμφωνα με το άρθρο 4 (1) της οδηγίας, τα συστήματα εγγυήσεως των καταθέσεων

και αναγνωριστεί επίσημα σε κράτος του ΕΟΧ σύμφωνα με το άρθρο 3 (1) της

Η οδηγία καλύπτει τους καταθέτες υποκαταστημάτων τα οποία έχουν δημιουργήσει τα πιστωτικά ιδρύματα σε άλλα

Μέλη του ΕΟΧ.

207 Η αιτιολογική σκέψη 3 του προοιμίου της οδηγίας ορίζει ότι σε περίπτωση κλεισίματος του

ένα αφερέγγυου πιστωτικού ιδρύματος, οι καταθέτες υποκαταστημάτων εγκατεστημένων σε ένα

Συμβαλλόμενου μέρους άλλου από εκείνο στο οποίο το πιστωτικό ίδρυμα έχει την έδρα του

πρέπει να προστατεύονται από το ίδιο σύστημα εγγύησης όπως του οργάνου άλλα

καταθετών.

208 Όπως προκύπτει από το άρθρο 4 της οδηγίας ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 3 του προοιμίου

ότι οι καταθέτες σε οποιαδήποτε υποκαταστήματα που ιδρύονται από πιστωτικά ιδρύματα σε άλλες χώρες του ΕΟΧ

Κράτη μέλη ανήκουν στο σύστημα εγγύησης και να αναγνωριστούν επίσημα

στο κράτος καταγωγής του ΕΟΧ.

– 33 –

209 Επιπλέον, η μεταχείριση των ξένων και εγχώριων καταθετών από την depositguarantee

σύστημα πρέπει να είναι ίσοι όσον αφορά την καταβολή της ελάχιστης αποζημίωσης

σύμφωνα με την οδηγία, σε περίπτωση κλεισίματος του ενός αφερέγγυου πιστωτικού ιδρύματος.

210 Επομένως, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων προϋποθέτει ότι δεν υπάρχει διαφορά στην

η αντιμετώπιση των καταθετών από το ίδιο το σύστημα εγγυήσεων και ο τρόπος που χρησιμοποιεί τους

κεφάλαια. Έτσι, σε αυτό το βαθμό, τις διακρίσεις βάσει της οδηγίας απαγορεύεται.

211 Στην προκειμένη περίπτωση, είναι αδιαμφισβήτητο ότι η Landsbanki κατέρρευσε στις 7 Οκτωβρίου

2008. Οι εγχώριες καταθέσεις μεταφέρθηκαν στη Νέα Landsbanki που ήταν

συστάθηκε με την ισλανδική κυβέρνηση μεταξύ 9 και 22 Οκτωβρίου 2008. Ο

μεταβίβαση βασίστηκε σε μια απόφαση FME της 9ης Οκτωβρίου 2008.

212 Η ΔΕΘ δεν συμμετέχουν στη μεταβίβαση των καταθέσεων. Η μεταφορά ήταν μέρος της

η αναδιάρθρωση των ισλανδικών τραπεζών που επετεύχθη με μια σειρά μέτρων

σύμφωνα με το νόμο της Ισλανδίας έκτακτης ανάγκης.

213 Στις 27 Οκτωβρίου 2008, δηλαδή εντός των 21 ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 1 (3) του

Η οδηγία, η FME έκανε μια δήλωση που προκάλεσε την υποχρέωση για την ΔΕΘ για να

κάνει τις πληρωμές όσον αφορά τις ξένες καταθέσεις σε υποκαταστήματα της Landsbanki.

214 Επιπλέον, οι εγχώριες καταθέσεις δεν είναι πλέον διαθέσιμες, κατά την έννοια του

Άρθρο 1 (3) της οδηγίας. Η μεταφορά των εγχώριων καταθέσεων στη Νέα

Landsbanki έγινε πριν από το FME έκανε αυτή τη δήλωση ενεργοποίηση της

εφαρμογή της οδηγίας. Επομένως, η προστασία των καταθετών στο πλαίσιο της

Η οδηγία δεν εφαρμόζεται στους καταθέτες σε ισλανδικές υποκαταστήματα της Landsbanki.

215 Όπως έχει αναφερθεί παραπάνω, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που συνδέονται με το

Η οδηγία ορίζει ότι δεν πρέπει να υπάρχει διαφορά στον τρόπο ένα depositguarantee

σύστημα εξομοιώνει τους καταθέτες, και ο τρόπος που πληρώνει κεφάλαια.

216 Εν προκειμένω, η διαφορετική μεταχείριση αυτού του είδους δεν ήταν δυνατή.

Κατά συνέπεια, η μεταφορά των εγχώριων καταθέσεων – αν οδηγεί κατά κανόνα σε

άνιση μεταχείριση ή όχι – δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της μη διάκρισης

αρχή, όπως ορίζεται στην οδηγία.

Συμπέρασμα

217 Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

Δυσμενή διάκριση αντίθετη στο άρθρο 4 του ΕΟΧ

218 Όσον αφορά τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, κατά πάγια νομολογία, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων

η οποία έχει τη βάση της στο άρθρο 4 απαιτεί ΕΟΧ ότι παρόμοιες

καταστάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο και διαφορετικές καταστάσεις δεν πρέπει να

αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο. Διακριτική μεταχείριση μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον αν είναι

βασίζεται σε αντικειμενικούς λόγους, ανεξάρτητους από την ιθαγένεια των προσώπων

ενδιαφερόμενο και είναι ανάλογη προς το στόχο που νομίμως επιδιώκει (βλ.,

– 34 –

μεταξύ άλλων , αποφάσεις της E-15/11 Arcade γεώτρησης , απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2012, δεν έχει ακόμη

αναφερθεί, προαναφερθείσα σκέψη 60, και τη νομολογία).

219 Κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, οι πελάτες της Icesave στους κλάδους στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην

οι ίδιοι οι Κάτω Χώρες, και των ομολόγων τους στην Ισλανδία βρέθηκε στο έδαφός τους

ικανότητα ως κάτοχοι καταθέσεων αφερέγγυα ισλανδικής τράπεζας σε συγκρίσιμη

κατάσταση.

220 Όσον αφορά την περαιτέρω αξιολόγηση του τρίτου λόγου, πρέπει να υπομνησθεί ότι η

εφαρμογή επιδιώκει μόνο μία δήλωση, δηλαδή, ότι, παραλείποντας να εξασφαλίσει την καταβολή

του ελάχιστου ποσού της αποζημίωσης στους καταθέτες της Icesave το

Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 (1) της

Οδηγίας εντός των χρονικών ορίων που καθορίζονται στο άρθρο 10 της οδηγίας, η

καθής παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το δίκαιο του ΕΟΧ. Αυτή η αίτηση βασίζεται

για τρεις λόγους: (i) παράβαση της υποτιθέμενης υποχρέωση αποτελέσματος που η

Οδηγία η ίδια, (ii) παραβίαση της οδηγίας και του άρθρου 4 του ΕΟΧ και (iii)

παράβαση του άρθρου 4 του ΕΟΧ και μόνο.

221 Η προσφεύγουσα περιόρισε το πεδίο εφαρμογής της, δηλώνοντας ότι «η παρούσα

υπόθεση δεν αφορά το αν η Ισλανδία ήταν κατά παράβαση της απαγόρευσης των

διακρίσεων δεν κινείται πάνω από το σύνολο των καταθέσεων των ξένων Icesave

καταθετών σε «νέα Landsbanki», όπως έπραξε και για την εγχώρια καταθέτες της Landsbanki.

Η παραβίαση αποτελείται από την αποτυχία της ισλανδικής κυβέρνησης να διασφαλίσει

ότι καταθέτες της Icesave στις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο λαμβάνουν

καταβολή του ελάχιστου ποσού της αποζημίωσης που προβλέπεται στην οδηγία

εντός των χρονικών ορίων που καθορίζονται στην οδηγία, όπως έπραξε για την εγχώρια

καταθετών . Η αποζημίωση των εγχώριων και ξένων καταθετών και πάνω

πέρα από το ελάχιστο αυτό ύψος δεν έχει και δεν συζητείται στο πλαίσιο της

η παρούσα δίκη. "

222 Επιπλέον, κατά την εφαρμογή του, ο ΕΟΔ υπογραμμίζει ότι «αυτό δεν προδικάζει την άποψη της

ως προς το αν η δυσμενής διάκριση σχετικά με την αποζημίωση των καταθετών παραπάνω

και πέρα ​​από το επίπεδο που προβλέπεται από την οδηγία είναι δικαιολογημένη ».

223 Έτσι, έχοντας υπόψη την αυτο-περιορισμό του προσφεύγοντος, το Δικαστήριο υποχρεούται να

εκτιμήσει κατά πόσον ο κατηγορούμενος ήταν υπό μια ειδική υποχρέωση να διασφαλίσει ότι

έγιναν πληρωμές στους καταθέτες της Icesave στις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο.

224 Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι η οδηγία, ακόμη και διαβάζονται βάσει του άρθρου 4

Του ΕΟΧ, δεν επιβάλλει καμία υποχρέωση στον εναγόμενο να διασφαλίσει ότι οι πληρωμές γίνονται

σύμφωνα με τις απαιτήσεις της οδηγίας στους καταθέτες της Icesave το

Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο.

225 Επομένως, μια τέτοια υποχρέωση αποτελέσματος θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπάρχει μόνον εάν επρόκειτο να

προκύπτει ευθέως από το άρθρο 4, το ίδιο για τον ΕΟΧ. Ήταν αυτή η περίπτωση, η μεταβίβαση των

εγχώριων καταθέσεων στη Νέα Landsbanki θα οδηγήσει σε μια υποχρέωση να εξασφαλίζουν

η καταβολή της ελάχιστης αποζημίωσης, όπως ρητά προβλέπεται στο

Οδηγίας.

– 35 –

226 Αυτό, ωστόσο, δεν απαιτείται σύμφωνα με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Άρθρο

4 για τον ΕΟΧ ορίζει ότι παρόμοιες καταστάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο. Α

ειδική υποχρέωση του καθού ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν θα δημιουργήσει

ίση μεταχείριση μεταξύ των εγχώριων και των καταθετών τους εν λόγω καταθέτες σε

Υποκαταστήματα της Landsbanki σε άλλα κράτη του ΕΟΧ δεν μπορεί να προέλθει από εκείνη

αρχή. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός δεν μπορεί να ευδοκιμήσει βάσει του άρθρου 4 του ΕΟΧ.

227 Για λόγους πληρότητας, το Δικαστήριο προσθέτει ότι, ακόμη και αν ο τρίτος λόγος ήταν

διατυπώνονται διαφορετικά, κάποιος θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι τα κράτη του ΕΟΧ απολαμβάνουν

μια ευρεία διακριτική ευχέρεια στη λήψη θεμελιώδεις επιλογές της οικονομικής πολιτικής

στη συγκεκριμένη περίπτωση συστημικής κρίσης υπό την προϋπόθεση ότι είναι ορισμένες περιστάσεις

δεόντως αποδεδειγμένη. Αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ως πιθανή έδαφος

για αιτιολόγηση. Στην προηγούμενη περίπτωση Sigmarsson , η ίδια η προσφεύγουσα υπογράμμισε

αυτό το σημείο (βλ. Sigmarsson , προαναφερθείσα, σκέψεις 42 και 50).

Συμπέρασμα

228 Εν όψει των ανωτέρω, και ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

229 Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, παραλείποντας να εξασφαλίσει την καταβολή της ελάχιστης

ποσό της αποζημίωσης στους καταθέτες της Icesave στις Κάτω Χώρες και στο

Ηνωμένο Βασίλειο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 (1) της πράξης που αναφέρεται στο σημείο 19α του

Το παράρτημα IX της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (Οδηγία

94/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 1994, σχετικά με

τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων) εντός των χρονικών ορίων που καθορίζονται στο άρθρο 10 της

Πράξη, η Ισλανδία δεν παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εν λόγω πράξη,

ιδίως τα άρθρα 3, 4, 7 και 10 αυτής, και / ή το άρθρο 4 της συμφωνίας για

του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.

V Κόστος

230 Σύμφωνα με το άρθρο 66 (2) του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος είναι

καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου

υπομνήματα. Η καθής ζήτησε την καταδίκη της προσφεύγουσας στα δικαστικά έξοδα.

Δεδομένου ότι η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Ο

έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις δεν αποδίδονται.

231 Σύμφωνα με το άρθρο 66 (4) του Κανονισμού Διαδικασίας, το Ευρωπαϊκό

Επιτροπή, η οποία παρενέβη στη δίκη, φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα.

232 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν το Λιχτενστάιν, τις Κάτω Χώρες, νορβηγικά και το Ηνωμένο

Βασιλείου, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν

ανακτήσιμη.

– 36 –

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

αποφασίζει:

1. Απορρίπτει την προσφυγή.

2. Καταδικάζει η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ να καταβάλει τα δικαστικά έξοδά της

και οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από την Ισλανδία.

3. Καταδικάζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να φέρει τα έξοδά της.

Ο Carl Baudenbacher Páll Hreinsson Ola Mestad

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Ιαν. 2013

Thomas Christian Poulsen τον Carl Baudenbacher

Αποφασίζοντας Γραμματέας Ο Πρόεδρος

 

πηγή:ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΠΟΡΡΕΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Advertisements