Προεκλογική ρώσικη ρουλέτα.

Τ​​ο πρόβλημά μας δεν είναι στενά πολιτικό, ποιες κομματικές εξαγγελίες ή ποιον αρχηγό να εμπιστευθούμε. Το πρόβλημά μας μοιάζει ανθρωπολογικό: Η εμπειρική μας βεβαιότητα που εκφράζεται απλοϊκά με τη φράση «όλοι ίδιοι είναι» προκαλεί το ερώτημα, ποιος τύπος ανθρώπου, ποιο είδος, ποια ποιότητα (σκέψης, κρίσης, φαντασίας, ήθους) διαμορφώνεται από τις συνθήκες και τους παράγοντες που καθορίζουν την άσκηση της πολιτικής.


Η μετριότητα των αναστημάτων, η αχρήστευση ή υπονόμευση των ικανών, η ατολμία για δημιουργικές ρήξεις και καινοτομίες, η ανοχή της ανομίας, η ατιμωρησία κοινωνικών εγκλημάτων της εξουσίας, επαναλαμβάνονται σχεδόν στερεότυπα – θα έλεγε κανείς «μεταβιβάζονται» από κυβέρνηση σε κυβέρνηση. Οι ίδιες ολέθριες ηλιθιότητες, οι ίδιες δυσώδεις αθλιότητες, ο ίδιος διεθνής διασυρμός και η γελοιοποίηση του ελληνικού ονόματος συνοδεύουν κάθε κυβερνητικό σχήμα σαν κληρονομικό νόσημα ή σαν κατάρα.

Ολοι ξέρουμε τις συνθήκες και τους παράγοντες αυτής της νομοτελειακής κληρονομικότητας: Είναι το πελατειακό κράτος, η εμπορευματοποίηση της σχέσης κομμάτων και πολίτη. Γεννάει την αναξιοκρατία, τον διωγμό της ποιότητας, την αυθαιρεσία, την κοινωνική αδικία, τη ροπή προς τη ραστώνη, τη μόνιμη «κρίση» και συνεχή υποβάθμιση της εκπαιδευτικής λειτουργίας. Η εξάλειψη του πελατειακού κράτους είναι θέμα ελάχιστων, πολύ συγκεκριμένων, θεσμικών μεταρρυθμίσεων, που καμία κυβέρνηση δεν διανοείται να τις τολμήσει.

Η ελλαδική κοινωνία βιώνει πραγματική καταστροφή, αληθινό εφιάλτη, πέντε χρόνια τώρα. Είναι το αποτέλεσμα του εξωφρενικού υπερδανεισμού της χώρας που απέβλεπε αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση του πελατειακού κράτους. Οι ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί στην Ελλάδα, διορισμένοι από τις κομματικές κυβερνήσεις, δεν διανοούνται να εγκαλέσουν τους αυτουργούς του κοινωνικού εγκλήματος – να οδηγήσουν στο εδώλιο πρωθυπουργούς και οικονομικούς υπουργούς που υπέγραψαν τον υπερδανεισμό. Μεγάλη ευκαιρία για τις κυβερνήσεις των πέντε τελευταίων ετών ήταν το άλλοθι που τους πρόσφεραν τα «μνημόνια» – ο εξαναγκασμός να υποταχθούν στις απαιτήσεις των δανειστών της χώρας. Οι δανειστές, για να μη χάσουν εντελώς τα χρήματά τους, απαίτησαν τη «σμίκρυνση» του κράτους και την αποκατάσταση της λειτουργικότητάς του: Να απολυθούν οι τεράστιες μάζες των διορισμένων με αυθαίρετη κομματική παρέμβαση και να ανασυνταχθούν οι κρατικές υπηρεσίες με κριτική αξιολόγηση της ποιότητας των υπαλλήλων.

Για τα κόμματα η απαίτηση των δανειστών ήταν εξαναγκασμός σε αναμέτρηση ζωής ή θανάτου – διάσωσης ή κατάλυσης του (αυτονομημένου από την κοινωνία) κομματικού συστήματος. Φυσικά στην αναμέτρηση νίκησαν τα κόμματα (χωρίς, βέβαια, να ζημιωθούν οι δανειστές, αλλά με μεταβίβαση της ζημιάς σε βάρος και πάλι του κοινωνικού σώματος): αντί αξιολογικής κρίσης προκρίθηκε το τυφλό «κούρεμα» – ίδιος αποκεφαλισμός ικανών και ανίκανων, ποιότητας και απατεωνίας.

Ετσι η Ελλάδα συνεχίζει να βιώνει πραγματική καταστροφή, αληθινό εφιάλτη. Πέντε ολόκληρα χρόνια, χωρίς σημάδια ανάκαμψης. Η παραγωγή κάτω από τα όρια συναγερμού, η αποβιομηχάνιση πλήρης, οι επενδύσεις σχεδόν μηδενικές, η ανεργία εφιάλτης. Οι επιχειρήσεις κλείνουν με ρυθμό που δεν ανακόπτεται, οι Τράπεζες έχουν απορροφήσει για «ανακεφαλαιοποίηση» ποσά μυθώδη, αστρονομικά, χωρίς ακόμα να μπορούν να χρηματοδοτήσουν την εγχώρια αγορά. Οι περικοπές μισθών και συντάξεων αποστράγγισαν την όποια αποταμίευση, τα δύο τρίτα του πληθυσμού ζουν στο όριο της φτώχειας ή κάτω από το όριο.

Σε αυτή την πραγματικότητα, που τη βιώνει με καθημερινό άγχος ο πολίτης, αντιτάσσονται, επίσης καθημερινά, η θριαμβολογία του πρωθυπουργού και η υποσχεσιολογία της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Και οι δύο εκτός τόπου και χρόνου. Ο πρωθυπουργός προσπαθεί να μας πείσει σπασμωδικά και πανικόβλητος, ότι «αφήσαμε πίσω μας τα δύσκολα», ελευθερωθήκαμε από τα «μνημόνια», από το κατάντημα να «επιτροπεύεται» η Ελλάδα, να έχει απεμπολήσει την εθνική της ανεξαρτησία. Καταφέραμε να έχουμε «πρωτογενές πλεόνασμα» μεγαλύτερο από όσο ζητούσαν αυτοί που μας επιτροπεύουν, αρνηθήκαμε την εξάρτηση από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, είμαστε σε θέση «να βγούμε στις αγορές», να δανειζόμαστε με τα επιτόκια που δανείζονται οι διεθνώς αξιόπιστες χώρες.

Την επομένη τέτοιων θριαμβολογιών, τα επιτόκια για να δανειστεί η Ελλάδα από τις αγορές εκτινάσσονται σε δυσθεώρητα ύψη, τα «στελέχη» της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών διαψεύδουν απερίφραστα τον πρωθυπουργό από τα διεθνή κανάλια, και το Χρηματιστήριο Αθηνών περίπου καταρρέει. Εχει και η προπαγανδιστική αερολογία τα όριά της, αλλά ο διεθνής διασυρμός και η αυτοδιαπόμπευση δεν πτοούν τον πρωθυπουργό.

Οπως δεν πτοούν και τον κ. Τσίπρα. Επιμένει μοιράζοντας χαμόγελα ότι «θα» επαναδιαπραγματευθεί το ιλιγγιώδες χρέος της χώρας (με ποια «ατού» δεν μας λέει), «θα» αυξήσει τον κατώτατο μισθό, «θα» επαναπροσλάβει στο Δημόσιο όλους αδιακρίτως τους απολυμένους (η κ. Δούρου θα συμπεριλάβει στην επαναπρόσληψη και τους παραχαράκτες, τους πλαστογράφους των πτυχίων τους). Με ποια χρήματα ή ποιος θα τον δανείσει, δεν το αποκαλύπτει ο κ. Τσίπρας.

Ο πολίτης που διαθέτει στοιχειωδώς ορθολογική σκέψη και κρίση, διερωτάται: Αφού ακόμα δεν είμαστε έτοιμοι, γιατί βιαζόμαστε – το πελατειακό κράτος είναι άθικτο, οι «νταβατζήδες» απόλυτοι κυρίαρχοι, οι Τράπεζες ακόμα αχρηστευμένες, ο μηχανισμός του Δημοσίου διαλυμένος. Με αυτές τις κραυγαλέα αρνητικές προϋποθέσεις, δεν είναι πλεονεκτικότερη επιλογή να υπομείνουμε τα «μνημόνια» και την επιτρόπευση, αντί να αυτοπαραδοθούμε, σαν ψευτοπαλικαράδες, έρμαιο άθυρμα, στο λυσσαλέο και απάνθρωπο παιχνίδι των «αγορών»; Οταν οι ηγέτες μας μοιάζουν άνθρωποι αρρωστημένοι, μανιακοί για εξουσία, ανίκανοι να προβληματιστούν για την καταστροφή της πατρίδας και απορροφημένοι αποκλειστικά από την προεκλογική τους κοκορομαχία, είναι ώρα για νταϊλίκια και παιχνίδια με την αχαλίνωτη, θηριώδη αυθαιρεσία των «αγορών»;

Εστω για το ωμό τους συμφέρον οι βουλευτές, για να εξαντλήσουν την τετραετία της κοινοβουλευτικής τους θητείας, ας απαιτήσουν «κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας», κυβέρνηση δοκιμασμένων σε κάθε κλάδο τεχνοκρατών, που θα την στηρίξει η Βουλή έχοντας επιλέξει κοινής αποδοχής Πρόεδρο Δημοκρατίας.

Μοιάζει η ρεαλιστικότερη από τις προτάσεις που διατυπώθηκαν ώς τώρα.;

πηγή

Αυτός είναι ολόκληρος ο Εθνικός Ύμνος της Ελλάδας! Διαβάστε και θα ανατριχιάσετε από περηφάνια!!!

Αυτός είναι ολόκληρος ο Εθνικός Ύμνος της Ελλάδας

Τον Εθνικό Ύμνο της Ελλάδος αποτελούν οι δύο πρώτες στροφές του ποιήματος «Ύμνος εις την Ελευθερίαν».

Γράφτηκε το Μάιο του 1823 στη Ζάκυνθο από τον ποιητή Διονύσιο Σολωμό. Ένα χρόνο αργότερα δημοσιεύτηκε στο Μεσολόγγι και τον ίδιο χρόνο ο Φωριέλ το συμπεριέλαβε στη συλλογή των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών.

Το 1828, ο Νικόλαος Μάντζαρος, κερκυραίος μουσικός και φίλος του Σολωμού, μελοποίησε το ποίημα, με βάση λαϊκά μοτίβα, για τετράφωνη ανδρική χορωδία, αλλά όχι ως εμβατήριο. Έκτοτε ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» ακουγόταν τακτικά σε εθνικές γιορτές.

Το ποίημα «Ύμνος εις την Ελευθερία» αποτελείται από 158 τετράστιχες στροφές από αυτές οι 24 πρώτες στροφές καθιερώθηκαν ως Εθνικός Ύμνος, το 1865.

Από αυτές οι δυο πρώτες είναι εκείνες που ανακρούονται και συνοδεύουν πάντα την έπαρση και την υποστολή της σημαίας και ψάλλονται σε επίσημες στιγμές και τελετές. Κατά τη διάρκεια της ανάκρουσης αποδίδονται τιμές χαιρετισμού.

Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετράει τη γη.

Απ” τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Εκεί μέσα εκατοικούσες πικραμένη, εντροπαλή,
κι ένα στόμα εκαρτερούσες, «έλα πάλι», να σου πεί.

“Αργειε νάλθει εκείνη η μέρα κι ήταν όλα σιωπηλά,
γιατί τά “σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

Δυστυχής! Παρηγορία μόνη σού έμενε να λές
περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις.

Κι ακαρτέρει κι ακαρτέρει φιλελεύθερη λαλιά
το ένα εκτύπαε τ” άλλο χέρι από την απελπισιά

Κι έλεες: «Πότε, α, πότε βγάνω το κεφάλι από τσ” ερμιές;».
Και αποκρίνοντο από πάνω κλάψες, άλυσες, φωνές.

Τότε εσήκωνες το βλέμμα μες στα κλάιματα θολό,
και εις το ρούχο σου έσταζ” αίμα πλήθος αίμα ελληνικό.

Με τα ρούχα αιματωμένα ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
να γυρεύεις εις τα ξένα άλλα χέρια δυνατά.

Μοναχή το δρόμο επήρες, εξανάλθες μοναχή·
δεν είν” εύκολες οι θύρες εάν η χρεία τες κουρταλεί.

“Αλλος σου έκλαψε εις τα στήθια, αλλ” ανάσαση καμμιά·
άλλος σου έταξε βοήθεια και σε γέλασε φρικτά.

΄Αλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου οπού εχαίροντο πολύ,
«σύρε νά “βρεις τα παιδιά σου, σύρε», έλεγαν οι σκληροί.

Φεύγει οπίσω το ποδάρι και ολογλήγορο πατεί
ή την πέτρα ή το χορτάρι που τη δόξα σού ενθυμεί.

Ταπεινότατη σου γέρνει η τρισάθλια κεφαλή,
σαν πτωχού που θυροδέρνει κι είναι βάρος του η ζωή.

Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει κάθε τέκνο σου με ορμή,
πού ακατάπαυστα γυρεύει ή τη νίκη ή τη θανή.

Απ” τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Μόλις είδε την ορμή σου ο ουρανός που για τσ” εχθρούς
εις τη γη τη μητρική σου έτρεφ” άνθια και καρπούς,

εγαλήνεψε· και εχύθει καταχθόνια μια βοή,
και του Ρήγα σού απεκρίθη πολεμόκραχτη η φωνή.

΄Ολοι οι τόποι σου σ” εκράξαν χαιρετώντας σε θερμά,
και τα στόματα εφωνάξαν όσα αισθάνετο η καρδιά.

Εφωνάξανε ως τ” αστέρια του Ιονίου και τα νησιά,
κι εσηκώσανε τα χέρια για να δείξουνε χαρά,

μ” όλον πού “ναι αλυσωμένο το καθένα τεχνικά,
και εις το μέτωπο γραμμένο έχει: «Ψεύτρα Ελευθεριά».

Γκαρδιακά χαροποιήθει και του Βάσιγκτον η γη,
και τα σίδερα ενθυμήθει που την έδεναν κι αυτή.

Απ” τον πύργο του φωνάζει, σα να λέει σε χαιρετώ,
και τη χήτη του τινάζει το λιοντάρι το Ισπανό.

Ελαφιάσθη της Αγγλίας το θηρίο, και σέρνει ευθύς
κατά τ” άκρα της Ρουσίας τα μουγκρίσματα τσ” οργής.

Εις το κίνημα του δείχνει πως τα μέλη ειν” δυνατά·
και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει μια σπιθόβολη ματιά.

Σε ξανοίγει από τα νέφη και το μάτι του Αετού,
που φτερά και νύχια θρέφει με τα σπλάχνα του Ιταλού·

και σ” εσέ καταγυρμένος, γιατί πάντα σε μισεί,
έκρωζ” έκρωζ” ο σκασμένος, να σε βλάψει, αν ημπορεί.

΄Αλλο εσύ δεν συλλογιέσαι πάρεξ που θα πρωτοπάς·
δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι στες βρισιές οπού αγρικάς·

σαν το βράχο οπού αφήνει κάθε ακάθαρτο νερό
εις τα πόδια του να χύνει ευκολόσβηστον αφρό·

οπού αφήνει ανεμοζάλη και χαλάζι και βροχή
να του δέρνουν τη μεγάλη, την αιώνιαν κορυφή.

Δυστυχιά του, ω, δυστυχιά του, οποιανού θέλει βρεθεί
στο μαχαίρι σου αποκάτου και σ” εκείνο αντισταθεί.

Το θηρίο π” ανανογιέται πως του λείπουν τα μικρά,
περιορίζεται, πετιέται, αίμα ανθρώπινο διψά·

τρέχει, τρέχει όλα τα δάση, τα λαγκάδια, τα βουνά,
κι όπου φθάσει, όπου περάσει, φρίκη, θάνατος, ερμιά·

Ερμιά, θάνατος και φρίκη όπου επέρασες κι εσύ·
ξίφος έξω από τη θήκη πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

Ιδού, εμπρός σου ο τοίχος στέκει της αθλίας Τριπολιτσάς·
τώρα τρόμου αστροπελέκι να της ρίψεις πιθυμάς.

Μεγαλόψυχο το μάτι δείχνει πάντα οπώς νικεί,
κι ας ειν” άρματα γεμάτη και πολέμιαν χλαλοή.

Σου προβαίνουνε και τρίζουν για να ιδείς πως ειν” πολλά·
δεν ακούς που φοβερίζουν άνδρες μύριοι και παιδιά;

Λίγα μάτια, λίγα στόματα θα σας μείνουνε ανοιχτά.
για να κλαύσετε τα σώματα που θε νά “βρει η συμφορά!

Κατεβαίνουνε, και ανάφτει του πολέμου αναλαμπή·
το τουφέκι ανάβει, αστράφτει, λάμπει, κόφτει το σπαθί.

Γιατί η μάχη εστάθει ολίγη; Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον εχθρό θωρώ να φύγει και στο κάστρο ν” ανεβεί.

Μέτρα! Ειν” άπειροι οι φευγάτοι, οπού φεύγοντας δειλιούν·
τα λαβώματα στην πλάτη δέχοντ”, ώστε ν” ανεβούν.

Εκεί μέσα ακαρτερείτε την αφεύγατη φθορά·
να, σας φθάνει· αποκριθείτε στης νυκτός τη σκοτεινιά!

Αποκρίνονται και η μάχη έτσι αρχίζει, οπού μακριά
από ράχη εκεί σε ράχη αντιβούιζε φοβερά.

Ακούω κούφια τα τουφέκια, ακούω σμίξιμο σπαθιών,
ακούω ξύλα, ακούω πελέκια, ακούω τρίξιμο δοντιών.

Α, τι νύκτα ήταν εκείνη που την τρέμει ο λογισμός!
΄Αλλος ύπνος δεν εγίνει πάρεξ θάνατου πικρός.

Της σκηνής η ώρα, ο τόπος, οι κραυγές, η ταραχή,
ο σκληρόψυχος ο τρόπος του πολέμου, και οι καπνοί,

και οι βροντές και το σκοτάδι οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
επαράσταιναν τον ΄Αδη που ακαρτέρειε τα σκυλιά·

Τ” ακαρτέρειε. Εφαίνον” ίσκιοι αναρίθμητοι, γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι, βρέφη ακόμη εις το βυζί.

“Ολη μαύρη μυρμηγκιάζει, μαύρη η εντάφια συντροφιά,
σαν το ρούχο οπού σκεπάζει τα κρεβάτια τα στερνά.

Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι επετιούντο από τη γη,
όσοι ειν” άδικα σφαγμένοι από τούρκικην οργή.

Τόσα πέφτουνε τα θερισμένα αστάχια εις τους αγρούς·
σχεδόν όλα εκειά τα μέρη εσκεπάζοντο απ” αυτούς.

Θαμποφέγγει κανέν” άστρο και αναδεύοντο μαζί,
ανεβαίνοντας το κάστρο με νεκρώσιμη σιωπή.

“Ετσι χάμου εις την πεδιάδα μες στο δάσος το πυκνό,
όταν στέλνει μίαν αχνάδα μισοφέγγαρο χλωμό,

Eάν οι άνεμοι μες στ” άδεια τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
σειούνται, σειούνται τα μαυράδια, οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

Με τα μάτια τους γυρεύουν όπου είν” αίματα πηχτά,
και μες στα αίματα χορεύουν με βρυχίσματα βραχνά·

και χορεύοντας μανίζουν εις τους ΄Ελληνες κοντά,
και τα στήθια τους εγγίζουν με τα χέρια τα ψυχρά.

Εκειό το έγγισμα πηγαίνει βαθειά μες στα σωθικά,
όθεν όλη η λύπη βγαίνει και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

Τότε αυξαίνει του πολέμου ο χορός τρομακτικά,
σαν το σκόρπισμα του ανέμου στου πελάου τη μοναξιά.

Κτυπούν όλοι απάνου κάτου· κάθε κτύπημα που εβγεί
είναι κτύπημα θανάτου χώρις να δευτερωθεί.

Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει·λες κι εκείθενε η ψυχή
απ” το μίσος που την καίει πολεμάει να πεταχθεί.

Της καρδίας κτυπίες βροντάνε μες στα στήθια τους αργά,
και τα χέρια όπου χουμάνε περισσότερο ειν” γοργά.

Ουρανός γι” αυτούς δεν είναι, ουδέ πέλαγο, ουδέ γη·
γι” αυτούς όλους το παν είναι μαζωμένο αντάμα εκεί.

Τόση η μάνητα κι η ζάλη, που στοχάζεσαι μη πως
από μία μεριά και απ” άλλη δεν είν΄ ένας ζωντανός.

Κοίτα χέρια απελπισμένα πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα χέρια, πόδια, κεφαλές,

και παλάσκες και σπαθία με ολοσκόρπιστα μυαλά,
και με ολόσχιστα κρανία, σωθικά λαχταριστά.

Προσοχή καμία δεν κάνει κανείς, όχι, εις τη σφαγή·
πάνε πάντα εμπρός. Ω, φθάνει, φθάνει· έως πότε οι σκοτωμοί;

Ποιος αφήνει εκεί τον τόπο, πάρεξ όταν ξαπλωθεί;
Δεν αισθάνονται τον κόπο και λες κι είναι εις την αρχή.

Ολιγόστευαν οι σκύλοι, και «Αλλά», εφώναζαν, «Αλλά»,
και των Χριστιανών τα χείλη «φωτιά», εφώναζαν, «φωτιά».

Λιονταρόψυχα, εκτυπιούντο, πάντα εφώναζαν «φωτιά»,
και οι μιαροί κατασκορπιούντο, πάντα σκούζοντας «Αλλά».

Παντού φόβος και τρομάρα και φωνές και στεναγμοί·
παντού κλάψα, παντού αντάρα, και παντού ξεψυχισμοί.

Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι εις τ” αυτιά δεν τους λαλεί.
“Ολοι χάμου εκείτοντ” όλοι εις την τέταρτην αυγή.

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη και κυλάει στη λαγκαδιά,
και το αθώο χόρτο πίνει αίμα αντίς για τη δροσιά.

Της αυγής δροσάτο αέρι, δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο
στων ψευδόπιστων το αστέρι· φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ!

Απ” τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι· δεν λάμπ” ήλιος μοναχά
εις τους πλάτανους, δεν λάμπει εις τ” αμπέλια, εις τα νερά.

Εις τον ήσυχον αιθέρα τώρα αθώα δεν αντηχεί
τα λαλήματα η φλογέρα, τα βελάσματα το αρνί.

Τρέχουν άρματα χιλιάδες σαν το κύμα εις το γιαλό,
αλλ” οι ανδρείοι παλληκαράδες δεν ψηφούν τον αριθμό.

Ω τρακόσιοι, σηκωθείτε και ξανάλθετε σε μας·
τα παιδιά σας θελ” ιδείτε πόσο μοιάζουνε με σας.

“Ολοι εκείνοι τα φοβούνται και με πάτημα τυφλό
εις την Κόρινθο αποκλειούνται κι όλοι χάνουνται απ” εδώ.

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου πείνα και θανατικό,
που με σχήμα ενός σκελέθρου περπατούν αντάμα οι δυο·

και πεσμένα εις τα χορτάρια απεθαίνανε παντού
τα θλιμμένα απομεινάρια της φυγής και του χαμού.

Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία, που ότι θέλεις ημπορείς.
εις τον κάμπο, Ελευθερία, ματωμένη περπατείς.

Στη σκια χεροπιασμένες, στη σκια βλέπω κι εγώ
κρινοδάχτυλες παρθένες οπού κάνουνε χορό.

Στο χορό γλυκογυρίζουν ωραία μάτια ερωτικά,
και εις την αύρα κυματίζουν μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

Η ψυχή μου αναγαλλιάζει πως ο κόρφος καθεμιάς
γλυκοβύζαστο ετοιμάζει γάλα ανδρείας κι ελευθεριάς.

Μες στα χόρτα, τα λουλούδια, το ποτήρι δεν βαστώ·
φιλελεύθερα τραγούδια σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

Απ” τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Πήγες εις το Μεσολόγγι την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι για το τέκνο του Θεού.

Σου “λθε εμπρός λαμποκοπώντας η Θρησκεία μ” ένα σταυρό,
και το δάκτυλο κινώντας οπού ανεί τον ουρανό,

«σ” αυτό», εφώναξε, «το χώμα στάσου ολόρθη, Ελευθεριά!».
Και φιλώντας σου το στόμα μπαίνει μες στην εκκλησιά.

Εις την τράπεζα σιμώνει, και το σύγνεφο το αχνό
γύρω γύρω της πυκνώνει που σκορπάει το θυμιατό.

Αγρικάει την ψαλμωδία οπού εδίδαξεν αυτή·
βλέπει τη φωταγωγία στους Αγίους εμπρός χυτή.

Ποιοι είν” αυτοί που πλησιάζουν με πολλή ποδοβολή,
κι άρματ”, άρματα ταράζουν; Επετάχτηκες εσύ!

Α, το φως που σε στολίζει, σαν ηλίου φεγγοβολή,
και μακρίθεν σπινθηρίζει, δεν είναι, όχι, από τη γη.

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη χείλος, μέτωπο, οφθαλμός·
φως το χέρι, φως το πόδι, κι όλα γύρω σου είναι φως.

Το σπαθί σου αντισηκώνεις, τρία πατήματα πατάς,
σαν τον πύργο μεγαλώνεις, κι εις το τέταρτο κτυπάς.

Με φωνή που καταπείθει προχωρώντας ομιλείς:
«Σήμερ”, άπιστοι, εγεννήθη, ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.

Αυτός λέγει, αφοκρασθείτε: «Εγώ ειμ” “Αλφα, Ωμέγα εγώ·
πέστε, που θ” αποκρυφθείτε εσείς όλοι, αν οργισθώ;

Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω, που, μ” αυτήν αν συγκριθεί
κείνη η κάτω οπού σας έχω, σαν δροσιά θέλει βρεθεί.

Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα, τόπους άμετρα υψηλούς,
χώρες, όρη από τη ρίζα, ζώα και δέντρα και θνητούς.

Και το παν το κατακαίει, και δεν σώζεται πνοή,
πάρεξ του άνεμου που πνέει μες στη στάχτη τη λεπτή»».

Κάποιος ήθελε ερωτήσει: Του θυμού Του εισ” αδελφή;
Ποιος είν” άξιος να νικήσει ή με σε να μετρηθεί;

Η γη αισθάνεται την τόση του χεριού σου ανδραγαθιά,
που όλην θέλει θανατώσει τη μισόχριστη σπορά.

Την αισθάνονται και αφρίζουν τα νερά, και τ” αγρικώ
δυνατά να μουρμουρίζουν σαν ρυάζετο θηριό.

Κακορίζικοι, πού πάτε του Αχελώου μες στη ροή
και πιδέξια πολεμάτε από την καταδρομή

να αποφύγετε; Το κύμα έγινε όλο φουσκωτό·
εκεί ευρήκατε το μνήμα πριν να ευρείτε αφανισμό.

Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει κάθε λάρυγγας εχθρού,
και το ρεύμα γαργαρίζει τες βλασφήμιες του θυμού.

Σφαλερά τετραποδίζουν πλήθος άλογα, και ορθά
τρομασμένα χλιμιντρίζουν και πατούν εις τα κορμιά.

Ποίος στο σύντροφον απλώνει χέρι, ωσάν να βοηθηθεί·
ποίος τη σάρκα του δαγκώνει όσο που να νεκρωθεί.

Κεφαλές απελπισμένες, με τα μάτια πεταχτά,
κατά τ” άστρα σηκωμένες για την ύστερη φορά.

Σβιέται -αυξαίνοντας η πρώτη του Αχελώου νεροσυρμή-
το χλιμίντρισμα και οι κρότοι και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

Έτσι ν” άκουα να βουίξει τον βαθύν Ωκεανό,
και στο κύμα του να πνίξει κάθε σπέρμα αγαρηνό!

Και εκεί πού “ναι η Αγία Σοφία μες στους λόφους τους επτά,
όλα τ” άψυχα κορμία, βραχοσύντριφτα, γυμνά,

σωριασμένα να τα σπρώξει η κατάρα του Θεού,
κι απ” εκεί να τα μαζώξει ο αδελφός του Φεγγαριού.

Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει, κι η Θρησκεία κι η Ελευθεριά
μ” αργό πάτημα ας πηγαίνει μεταξύ τους και ας μετρά.

Ένα λείψανο ανεβαίνει τεντωτό, πιστομητό,
κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει και δεν φαίνεται, και πλιο

και χειρότερα αγριεύει και φουσκώνει ο ποταμός·
πάντα, πάντα περισσεύει· πολύ φλοίσβισμα και αφρός.

Α, γιατί δεν έχω τώρα τη φωνή του Μωυσή;
Μεγαλόφωνα την ώρα οπού εσβιούντο οι μισητοί,

το Θεόν ευχαριστούσε στου πελάου τη λύσσα εμπρός,
και τα λόγια ηχολογούσε αναρίθμητος λαός.

Ακλουθάει την αρμονία η αδελφή του Ααρών,
η προφήτισσα Μαρία, μ” ένα τύμπανο τερπνόν

και πηδούν όλες οι κόρες με τσ” αγκάλες ανοικτές,
τραγουδώντας, ανθοφόρες, με τα τύμπανα κι εκειές.

Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετράει τη γη.
Εις αυτήν, είν” ξακουσμένο, δεν νικιέσαι εσύ ποτέ·
όμως, όχι, δεν είν” ξένο και το πέλαγο για σε.

Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει κύματ” άπειρα εις τη γη,
με τα οποία την περιζώνει, κι είναι εικόνα σου λαμπρή.

Με βρυχίσματα σαλεύει που τρομάζει η ακοή·
κάθε ξύλο κινδυνεύει και λιμνιώνα αναζητεί.

Φαίνετ” έπειτα η γαλήνη και το λάμψιμο του ηλιού,
και τα χρώματα αναδίνειτου γλαυκότατου ουρανού.

Δεν νικιέσαι, είν” ξακουσμένο, στην ξηράν εσύ ποτέ·
όμως όχι δεν είν” ξένο και το πέλαγο για σέ.

Περνούν άπειρα τα ξάρτια, και σαν λόγγος στριμωχτά
τα τρεχούμενα κατάρτια, τα ολοφούσκωτα πανιά.

Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις, και αγκαλά δεν είν” πολλές,
πολεμώντας, άλλα διώχνεις, άλλα παίρνεις, άλλα καις.

Μ” επιθυμία να τηράζεις δύο μεγάλα σε θωρώ,
και θανάσιμον τινάζεις εναντίον τους κεραυνό.

Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει, και σηκώνει μια βροντή,
και το πέλαο χρωματίζει με αιματόχροη βαφή.

Πνίγοντ” όλοι οι πολεμάρχοι και δεν μνέσκει ένα κορμί·
χαίρου, σκιά του Πατριάρχη, που σε πέταξαν εκεί.

Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι με τσ” εχθρούς τους τη Λαμπρή,
και τους έτρεμαν τα χείλη δίνοντάς τα εις το φιλί.

Κειες τες δάφνες που εσκορπίστε τώρα πλέον δεν τες πατεί,
και το χέρι οπού εφιλήστε πλέον, α, πλέον δεν ευλογεί.

“Ολοι κλαψτε· αποθαμένος ο αρχηγός της Εκκλησιάς·
κλάψτε, κλάψτε· κρεμασμένος ωσάν να “τανε φονιάς!

“Εχει ολάνοικτο το στόμα π” ώρες πρώτα είχε γευθεί
τ” Άγιον Αίμα, τ” Άγιον Σώμα·λες πως θε να ξαναβγεί

η κατάρα που είχε αφήσει, λίγο πριν να αδικηθεί,
εις οποίον δεν πολεμήσει κι ημπορει να πολεμει

Την ακούω, βροντάει, δεν παύει εις το πέλαγο, εις τη γη,
και μουγκρίζοντας ανάβει την αιώνιαν αστραπή.

Η καρδιά συχνοσπαράζει. Πλην τι βλέπω; Σοβαρά
να σωπάσω με προστάζει με το δάκτυλο η θεά.

Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη τρεις φορές μ” ανησυχιά·
προσηλώνεται κατόπι στην Ελλάδα, και αρχινά:

«Παλληκάρια μου, οι πολέμοι για σας όλοι είναι χαρά,
και το γόνα σας δεν τρέμει στους κινδύνους εμπροστά.

Απ” εσάς απομακραίνει κάθε δύναμη εχθρική,
αλλά ανίκητη μια μένει που τες δάφνες σας μαδεί.

Μία, που όταν ωσάν λύκοι ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι από τη νίκη, αχ, το νου σάς τυραννεί.

Η Διχόνοια που βαστάει ένα σκήπτρο η δολερή
καθενός χαμογελάει, «πάρ” το», λέγοντας, «και συ».

Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει έχει αλήθεια ωραία θωριά·
μην το πιάστε, γιατί ρίχνει εισέ δάκρυα θλιβερά.

Από στόμα οπού φθονάει, παλληκάρια, ας μην πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει του αδελφού την κεφαλή.

Μην ειπούν στο στοχασμό τους τα ξένη έθνη αληθινά:
«Εάν μισούνται ανάμεσό τους δεν τους πρέπει ελευθεριά».

Τέτοια αφήστενε φροντίδα· όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα όμοιαν έχει την τιμή.

Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε για πατρίδα, για θρησκειά,
σας ορκίζω, αγκαλισθείτε σαν αδέλφια γκαρδιακά.

Πόσο λείπει, στοχασθείτε, πόσο ακόμη να παρθεί·
πάντα η νίκη, αν ενωθείτε, πάντα εσάς θ” ακολουθεί.

Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία καταστήστε ένα Σταυρό
και φωνάξετε με μία: «Βασιλείς, κοιτάξτ” εδώ!»

Το σημείον που προσκυνάτε είναι τούτο, και γι” αυτό
ματωμένους μας κοιτάτε στον αγώνα το σκληρό.

Ακατάπαυστα το βρίζουν τα σκυλιά και το πατούν
και τα τέκνα του αφανίζουν και την πίστη αναγελούν.

Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη αίμα αθώο χριστιανικό,
που φωνάζει από τα βάθη της νυκτός: Να εκδικηθώ.

Δεν ακούτε, εσείς εικόνες του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες και δεν έπαυσε στιγμή.

Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος σαν του Άβελ καταβοά·
δεν ειν” φύσημα του αέρος που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

Τι θα κάμετε; Θ” αφήστε να αποκτήσομεν εμείς
λευθεριάν, ή θα την λύστε εξ αιτίας πολιτικής;

Τούτο ανίσως μελετάτε ιδού εμπρός σας τον Σταυρό:
Βασιλείς, ελάτε, ελάτε, και κτυπήσετε κι εδώ!»».

«Διονύσιος Σολωμός»

πηγη:ΠΕΝΤΑΠΟΣΤΑΓΜΑ

Κυβέρνηση σε ελεύθερη πτώση, ούτε 180, ούτε success story.

1794581_1568145063419652_4583978274393989458_n

Του ΜΕΝΕΛΑΟΥ ΓΚΙΒΑΛΟΥ*

Η περίοδος του φθινοπώρου τα τελευταία χρόνια μετατρέπεται σ’ ένα είδος πολιτικής «εξόδιου ακολουθίας» για τα συστήματα διακυβέρνησης και τους πρωθυπουργούς…

Το φθινόπωρο του 2009 «αποχώρησε» ο Κ. Καραμανλής, με τη ΝΔ να γνωρίζει μια ιστορικού χαρακτήρα ήττα. Το 2012, την ίδια σχεδόν περίοδο, αποκαθηλώθηκε, ή μάλλον εξεδιώχθη, ο Γ. Παπανδρέου, όταν εκρίθη ότι η παρουσία του ήταν πλέον επιζήμια…

Φέτος, το φθινόπωρο του 2014 παρακολουθούμε την κατάρρευση -από εβδομάδα σε εβδομάδα και από μήνα σε μήνα- της μνημονιακής συγκυβέρνησης και του «τραγικού» δίδυμου Αντ. Σαμαρά και Ευ. Βενιζέλου…

Ψέματα πάνω στα ψέματα… Παλικαρισμοί και «ηρωικές έξοδοι» από το Μνημόνιο, εκδίωξη -περίπου- του ΔΝΤ, με ταυτόχρονη «επιβεβαίωση» ότι η χώρα βγαίνει στις αγορές… Αφού, πλέον, όπως ισχυρίζονται οι Ευ. Βενιζέλος και Αντ. Σαμαράς, το «χρέος μας είναι βιώσιμο» και χρειάζεται μόνο μια τυπική επικύρωση της βιωσιμότητάς του. Από ποιον, άραγε;

Η προπαγανδιστική επιχείρηση του success story, που αποτελούσε την προϋπόθεση, το πολιτικό «δόλωμα» για να επιτευχθεί η περίφημη πλειοψηφία των 180 για τον νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, διαλύθηκε εις τα «εξ ων συνετέθη» μέσα σε μια εβδομάδα…

Υπάρχει μια σχετική αναλογία -με σεβασμό των διαφορών της κάθε συγκυρίας- ανάμεσα στην «απολάκτιση» του Γ. Παπανδρέου το 2012 και του σημερινού πολιτικού ευτελισμού που υφίσταται ο Αντ. Σαμαράς από τους δανειστές και την τραπεζική ολιγαρχία. Και στις δύο περιπτώσεις τα σχήματα διακυβέρνησης αντιμετώπισαν το πρόβλημα της κατάρρευσής τους. Ο μεν Γ. Παπανδρέου πρότεινε το δημοψήφισμα προκειμένου να επιτύχει την πολιτική και κοινωνική του «νομιμοποίηση». Σήμερα ο Αντ. Σαμαράς επέλεξε μια ψευδεπίγραφη ρήξη, μια εικονική «απόδραση» από τα Μνημόνια και το ΔΝΤ προκειμένου να αμβλύνει την αντιμνημονιακή κοινωνική δυναμική.

Ποιο είναι το κοινό χαρακτηριστικό τους; Ότι και στις δύο περιπτώσεις οι δύο αυτές ελληνικές κυβερνήσεις και οι ηγεσίες τους αποτέλεσαν και αποτελούν εντολοδόχους και υποτελείς των δανειστών και της Άνγκ. Μέρκελ. Κανένας δεν τους πήρε και δεν τους παίρνει στα σοβαρά, κανένας δεν τους θεωρεί πολιτικά υποκείμενα με βούληση και ισχύ ώστε να διαπραγματευθεί μαζί τους… Τον Γ. Παπανδρέου τον απέπεμψαν κυριολεκτικά, ενώ, ταυτόχρονα, ενσωμάτωσαν πλήρως τον Αντ. Σαμαρά και τη ΝΔ στη μνημονιακή στρατηγική και τους χειραγωγούν πλήρως έκτοτε… Γι’ αυτό και σήμερα δεν δίστασαν να «ξεκρεμάσουν» τον Αντ. Σαμαρά -ακόμα και στην εικονική του ηρωική έξοδο- και να του υπενθυμίσουν ότι πρέπει να περιορισθεί στον δεδομένο ρόλο του εντολοδόχου, για όσο διάστημα παραμείνει στην εξουσία, αφού, άλλωστε, τόσο το σημερινό σχήμα διακυβέρνησης όσο και το «δίδυμο» Αντ. Σαμαράς και Ευ. Βενιζέλος θεωρούνται «τελειωμένοι» και κανένας δεν είναι διατεθειμένος να συζητήσει σοβαρά με αυτούς.

Η κατάρρευση του success story συνεπάγεται και την οριστική ακύρωση του «στρατηγικού στόχου» των 180 κοινοβουλευτικών ψήφων… Χάνεται με τον τρόπο αυτό και το τελευταίο «σωσίβιο» που αναζητά η συγκυβέρνηση για να συνεχίσει, όπως λέει, να κυβερνά μέχρι το 2016…

Η συγκυβέρνηση συνιστά σήμερα την πηγή μιας μείζονος και πολυεπίπεδης αστάθειας. Η οικονομία, η παραγωγική δομή έχουν καταστραφεί. Κατά 70 δισ. ευρώ έχει μειωθεί το ΑΕΠ, 1,5 εκατ. είναι οι καταγεγραμμένοι άνεργοι, 1,5 εκατ. οι ανασφάλιστοι και 2,5 εκατ. οι φτωχοί… Το χρέος ταυτόχρονα παραμένει σε απρόσιτα, δυσθεώρητα ύψη, ενώ τα περίφημα spreads, λόγω της «σταθερότητας» της συγκυβέρνησης, τινάχθηκαν στις 7,5 μονάδες, πάνω ακόμα και από το ύψος που έφθασαν τις παραμονές της εισόδου μας στο Μνημόνιο το 2010.

Ταυτόχρονα, όμως, η παραμονή μιας ραγδαίως καταρρέουσας πολιτικής εξουσίας δημιουργεί τις συνθήκες μιας επικίνδυνης πολιτικής αποσταθεροποίησης.

Ο επίσημος κυβερνητικός λόγος έχει ευτελισθεί και εκχυδαϊσθεί σε έσχατο βαθμό. Ανεύθυνη κινδυνολογία, ύβρεις κατά των πολιτικών αντιπάλων, διανθισμένες με εμφυλιοπολεμικά κηρύγματα…

Και στο βάθος το σιδηρούν «τρίγωνο της διαπλοκής», τραπεζίτες – ΜΜΕ – πολιτικοί, δίνει τον υπέρ πάντων αγώνα του.

Εξαγορά κομμάτων αντί «αποστασίας»

Όλο το προηγούμενο διάστημα το σύστημα της διαπλοκής αναδιαρθρώθηκε και ενισχύθηκε. Οι εθνικοί εργολάβοι «πριμοδοτήθηκαν» για την «επανεκκίνηση» των έργων, τα ΜΜΕ, που αποτελούν τους ιδεολογικοπολιτικούς μηχανισμούς της διαπλοκής, «προικοδοτήθηκαν» με δανεικά και αγύριστα. Οι εφοπλιστές δεν πληρώνουν φόρους και όσοι εξ’ αυτών «ευαρεστούνται», μπορούν να προσφέρουν κάποια ψιχία «αλληλεγγύης» για την ψυχή των γονέων τους… Οι λίστες των φοροφυγάδων δεκάδων δισ. ευρώ παραμένουν άθικτες, ενώ οι καταχραστές και εκποιητές της δημόσιας περιουσίας απαλλάσσονται με νόμο «πάσης ευθύνης»…

Κατά τα άλλα, το σύστημα της διαπλοκής και μια κυβέρνηση που νομοθετικά προήγαγε και νομιμοποίησε τη φοροδιαφυγή και τη διαπλοκή, εθίγησαν από τη δημοσίευση της πληροφορίας ότι είναι πιθανόν να επιχειρηθεί εξαγορά ψήφων βουλευτών… Πριν από αυτό δεν γνωρίζουν, άραγε, δεν άκουσαν τίποτα εδώ και τόσο καιρό ότι υπάρχουν κάποιοι βουλευτές που εκτός από το κόμμα τους διάκεινται φίλια προς ορισμένα επιχειρηματικά συμφέροντα;

Τέτοιου είδους συναλλαγές και «διακανονισμοί» δεν γίνονται με μπλοκ αποδείξεων και ΦΠΑ… Και εάν η δικαιοσύνη θέλει πράγματι να διερευνήσει τέτοιου είδους διαδικασίες, θα πρέπει να «σπάσει» κωδικούς τηλεφώνων υψηλά ισταμένων και να διερευνήσει τα μυστικά «ραντεβού» των «ενδιαφερομένων»…

Πάντως, ο «εκσυγχρονισμός» της διαπλοκής προχωρεί με γρήγορους ρυθμούς, αφού πλέον ένα τμήμα της συναλλαγής των κομμάτων με τους επιχειρηματίες-χρηματοδότες τους λαμβάνει επίσημη μορφή, γίνεται νόμος ψηφισμένος από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Τα κόμματα με τον τρόπο αυτό μετατρέπονται σε ιδιωτικές κερδοσκοπικές εταιρείες… Εάν ένας επιχειρηματίας ή ένας όμιλος επιχειρήσεων επιθυμεί να ελέγξει πλήρως, να «αγοράσει» έναν κομματικό μηχανισμό, έχει τη δυνατότητα να το πράξει… Όπως περίπου αγοράζει μια τηλεοπτική συχνότητα για «μνημονιακή χρήση». Δεν χρειάζεται, συνεπώς, από τούδε να ενεργοποιούνται μέθοδοι «αποστασίας», εκμαυλισμού και συναλλαγών με κάποιους βουλευτές… Τα κόμματα-επιχειρήσεις θα ανήκουν στον ιδιοκτήτη τους, που δεν θα «πιέζει» την κυβέρνηση, την εκτελεστική εξουσία, αλλά θα την ασκεί απευθείας ο ίδιος…

*Αναπληρωτή καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών

πηγήPosted by sogald in Αναδημοσίευση από ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΣΤΕΙΡΙ

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

 

by netakias.com

Ο Μπάμπης (Χαράλαμπος) Παπαδημητρίου, ο βραδινός απρόσκλητος προπαγανδιστής του ΔΝΤ, ήταν και παραμένει γνωστός με το προσωνύμιο «Χλωμό Πρόσωπο».
Ο άνθρωπος παντός καιρού για κάθε αφεντικό, βασιλικότερος του βασιλέως που προκειμένου να σώσει το τομάρι του δεν διστάζει να καρφώσει, να διαστρεβλώσει, να συκοφαντήσει, να ρίξει λάσπη.
Ο επί πολλά χρόνια κρατικοδίαιτος αλλά… ανεξάρτητος «δημοσιογράφος», που δεν έγινε ποτέ μέλος της Ενωσης Συντακτών, ξεκίνησε την καριέρα του το 1983 από το Γραφείο Τύπου του τότε αναπληρωτή υπουργού Εθνικής Οικονομίας Κωστή Βαΐτσου, παρέμεινε για λίγο καιρό στο υπουργείο επί Κώστα Σημίτη και μετακόμισε στη συνέχεια στην Εμπορική Τράπεζα, σε οργανική θέση και επί διοικήσεως Αδαμάντιου Πεπελάση προήχθη στον βαθμό του διευθυντή.
Από την Εμπορική μετατάχθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος παραμένοντας δίπλα στον Λουκά Παπαδήμο επί σειρά ετών. Εν τω μεταξύ η σχέση του με τον Αδ. Πεπελάση τον οδήγησε στο συγκρότημα Λαμπράκη και συγκεκριμένα στο «Βήμα», όπου…ξεκίνησε τη «δημοσιογραφική» του καριέρα, κατά τη διάρκεια της οποίας απογειώθηκαν οι πολιτικές του μεταλλάξεις, σύμφωνα πάντα με τις εκλογικές – κομματικές επιταγές, ενώ επί Βρανόπουλου πέρασε ένα φεγγάρι και από την Ενωση Ελληνικών Τραπεζών.
Κάθε φορά που εναλλασσόταν η πολιτική εξουσία, ο Μπάμπης πηγαινοερχόταν από το «Βήμα» στην «Καθημερινή», από εκεί ξανά στο «Βήμα» και ξανά πίσω στην «Καθημερινή», όπου διέπρεψε κοντά στον Γιάννη Αλαφούζο.
Διατηρώντας την οργανική του θέση στην Εμπορική, επί διοικήσεως Γιάννη Στουρνάρα, πιέστηκε να αρχίσει να δουλεύει για την τράπεζα όπου εξακολουθούσε να κατέχει θέση διευθυντού.
Την ίδια περίοδο ήταν διευθυντής του οικονομικού τμήματος της «Καθημερινής» (στα μέσα και στα έξω δηλαδή) και προτίμησε να παραιτηθεί από την Εμπορική και να προσφέρει τις υπηρεσίες του στη Eurobank, όπου προσελήφθη «πουλώντας» τα χρήσιμα κονέ του στην Τράπεζα της Ελλάδος και στο πολιτικό σύστημα. Ούτε αυτό στάθηκε ικανό να αναχαιτίσει τις φιλοδοξίες του Μπάμπη, που τα παράτησε ξανά για να επιστρέψει στο συγκρότημα του Φαλήρου ως διευθυντής στον ΣΚΑΪ του Γιάννη Αλαφούζου.
Από κει και πέρα διαπρέπει, στο κάρφωμα και στο γλείψιμο, από τους ελάχιστους που διασώθηκαν σε κάθε επιχείρηση-σκούπα του συγκροτήματος. Ο πρώην συνεργάτης Σημίτη ήταν ο πρώτος που τον κατηγόρησε δημόσια. Ο δήθεν αριστερός προοδευτικός έγινε ο σκληρότερος νεοφιλελεύθερος υμνητής του νεότερου καραμανλισμού, υμνητής του συστήματος Ρουσόπουλου, του Πάκη και των προστατευόμενων του Φαλήρου.
Ε, και ο Ριρής αντάμειψε το αφεντικό του. Δωρεάν άδεια του έδωσε για τον σταθμό του και άπειρες κρατικές χορηγίες.
Μία εξ αυτών το 2008-2009 από τον ΟΠΑΠ, ύψους 7 εκατ. ευρώ. Το παρατσούκλι (χλωμό πρόσωπο) κατ’ ουσία αντιπροσώπευε την πολλαπλή αντιφατικότητα των ρόλων που αναλάμβανε, πάντα σε σχέση με τη δράση του στα «μέσα σκοτεινά δωμάτια» της εξουσίας αλλά και την εμπλοκή του στο κυβερνητικό, πολιτικό και δημοσιογραφικό παρασκήνιο.
Ο «νονός» του, ο παλαίμαχος αλλά αειθαλής Νίκος Νικολάου, όμως, ως έμπειρος παίκτης της πολιτικής και δημοσιογραφικής αγοράς αλλά και της οικονομικής «πιάτσας», είχε διακρίνει και ορισμένα άλλα πολύ αξιοπρόσεκτα χαρακτηριστικά που συγκέντρωνε πάνω του ο «βαφτιστικός» του.
Είναι γεγονός ότι μπορούσε να κάνει δίχως ενδοιασμούς και άλλες συναισθηματικές ενστάσεις «αστικού τύπου» τη βρόμικη δουλειά για τις κάθε φορά ανάγκες ή ψυχώσεις του εκάστοτε αφεντικού του…
Και όλα αυτά,με την παλιά καλή συνήθεια της «στοχοπροσήλωσης»! Παρ’ όλα αυτά το όπλο της προσωπικής του ίντριγκας τον έχει οδηγήσει σε ένα καθεστώς ιδιότυπης απομόνωσης στην εφημερίδα με την οποία συνεργάζεται και στην οποία δεν του προσφέρεται επαρκής και προβεβλημένος χώρος για να αναπτύσσει τα «επιχειρήματά» του υπέρ του ΔΝΤ, όπως το κάνει καθημερινά με τη βοήθεια της κυρίας Κοσιώνη.
Κάτι προφανώς γνωρίζει ο διευθυντής της «Καθημερινής» Αλέξης Παπαχελάς και φυλάει… Θερμοπύλες.
Αλλωστε, όλοι οι άνθρωποι της αγοράς αναγνώρισαν και κατέγραψαν συμπεριφορές από την κοινή τους εμφάνιση με τονεπικεφαλής της MIG Ανδρέα Βγενόπουλο – ο ένας είχε συμπεριφορά δημοσιογράφου με αποστασιοποιημένη συμπεριφορά αντιμετώπισης του μονολόγου του δυναμικού επιχειρηματία, ο άλλος λειτουργούσε ως «κνίτης» σε διατεταγμένη υπηρεσία.
Κάποτε το αντικείμενο του πάθους του ήταν το… Κόμμα.
Μετά, τα αφεντικά και το…σεντούκι τους!

ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ 18/7/2010

ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΛΙΝΑΡΔΟΥ ΚΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΣΥΝΤΟΠΙΤΕΣ ΜΟΥ

Τους τελευταίους μήνες ξεκινήσαμε ως μία νέα και ανεξάρτητη παράταξη ένα όμορφο ταξίδι με μοναδικό στόχο να αλλάξουμε την πόλη μας και με μοναδικό εφόδιο τον προγραμματικό μας λόγο, τις αρχές και τις αξίες μας, τη διάθεση προσφοράς και την αγάπη μας γι` αυτήν.
Δώσαμε έναν δύσκολο αγώνα υπό αντίξοες συνθήκες με αξιοπρέπεια, με πενιχρά οικονομικά μέσα και δημοσιότητα και κόντρα σε μηχανισμούς και κατεστημένα συμφέροντα.
Το αποτέλεσμα, προφανώς, δεν ήταν το προσδοκώμενο. Μας εμπιστεύτηκαν, όμως, χιλιάδες συμπολίτες μας, τους οποίους και ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου. Είμαι ευγνώμων για αυτήν την εμπιστοσύνη, τη στήριξή τους και την αγάπη με την οποία μας περιέβαλαν.
Είμαι υπερήφανος για τον αγώνα που δώσαμε και την ποιότητα και τη δημόσια παρουσία της παράταξής μας και των στελεχών της. Τους ευχαριστώ και αυτούς έναν έναν.
Παραμένουμε προσηλωμένοι στον στόχο μας και στις αρχές και τις αξίες μας. Θα συνεχίσουμε να παλεύουμε με πίστη και αισιοδοξία, από τη θέση που μας έταξε ο Χαιδαριώτικος λαός, για την αλλαγή στον δήμο μας, για ένα καλύτερο Χαιδάρι, για μία πόλη στην οποία θα αξίζει να ζεις και να δημιουργείς.